Showing posts with label boudoir. Show all posts
Showing posts with label boudoir. Show all posts

Monday, April 18, 2011

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

El Greco
The Disrobing of Christ (El Espolio)
1577-79


Ποίηση από τη συλλογή του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου
Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Γεθσημανή

Φέρτε μου κι άλλο φως, ανάψτε κι άλλους ήλιους
έτσι όπως βάφεται η θάλασσα και μάς ακολουθεί
μέχρι τα μάτια σου που με ακολουθούν ακόμα
τα μάτια σου ανεβαίνουν εντός μου πλημμυρίζοντας
τον άλλον ουρανό.

Δόστε μου κι άλλο φως, άσπρο, σκληρό, γιατί βραδιάζει
αργότερα, στη θάλασσα, στα μάτια σου, παντού
μες στον ψιθυρισμό του δάσους και στο δρόμο
καθώς μετεωρίζεσαι ίδιο πουλί θαλασσινό
γιατί μόνον εσύ ξανοίγεις και ρημάζεις δρόμους

Γυρίστε τους διακόπτες για τους άλλους ήλιους
γιατί νυχτώνει αργότερα και χάνεσαι, τελειώνει
σε λίγο η μουσική, γιατί το ξέρω, λύνονται
τόσο καθάρια εντός μου οι ουρανοί, που βλέπω
πως θάνατο μαρτυρικό απόψε σού ετοιμάζουν.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
Εκδόσεις: ΕΓΝΑΤΙΑ

Friday, August 13, 2010

ΟΙ Ποιητές στο Boudoir-Stéphane Mallarmé

Édouard Manet:Portrait of Stéphane Mallarmé, 1876



Nicolas Lancret
La Camargo dancing



Από το βιβλίο του Paul Verlain
Les Poètes Maudites (Οι Καταραμένοι Ποιητές)

ΑΙΤΗΜΑ
του
Stéphane Mallarmé

Από καιρό ονειρευόμουν να 'μαι, ω Δούκισσα,
Η Ήβη που γελά στο τάσι σου, στο φίλημα των χειλιών σου.

Μα είμαι ποιητής, κάτι λιγότερο από αβάς,
Κι ως τώρα η μορφή μου δεν κόσμησε πορσελάνη.

Αφού δεν είμαι το σγουρόμαλλο σκυλάκι σου,
Ούτε οι καραμέλες, η άλικη πούδρα σου, τα μάτια σου που ξεγελούν

Και που ωστόσο πάνω μου ρίχνουνε τη ματιά τους,
Ξανθιά εσύ που οι θείοι κομμωτές σου οι χρυσοχόοι είναι,

Ονόμασέ με...εσύ που τα άλικα χαμόγελά σου
Είναι κοπάδι πάλλευκο από ήμερα αρνιά
Που βόσκησαν στις καρδιές βελάζοντας εκστατικά,

Ονόμασέ με...κι ο Μπουσέ σε μια βεντάλια ρόδινη
Με φλογέρα στα χέρια θα με φτιάξει τη στάνη μου να κοιμίζω,

Δούκισσα, ονόμασέ με βοσκό των χαμογέλιων σου.

Ε, τι ανεκτίμητο λουλούδι του θερμοκηπίου!
Που το έδρεψαν με τι όμορφο τρόπο! Με το τόσο
δυνατό χέρι του αρχιτεχνίτη που έπλασέ το.

Εκδόσεις: Αιγόκερως
Μετάφραση: Αλέξης Ζήρας
Τίτλος πρωτοτύπου: Les Poètes Maudites

Wednesday, April 22, 2009

Story of the Eye - Georges Bataille




Το Γατίσιο Μάτι

Με μεγάλωσαν εντελώς μόνο κι απ' όσο θυμάμαι, κάθε τι που 'χε σχέση με το σεξ, μου 'φερνε αγωνία. Ήμουν γύρω στα δεκάξι όταν γνώρισα στη παραλία του χωριού Χ. ένα κορίτσι συνομήλικό μου, τη Σιμόν. Οι οικογενειές μας είχανε μακρινή συγγένεια, γι' αυτό και τα πρώτα μας πάρε-δώσε, προχωρήσανε πολύ γρήγορα. Τρεις μέρες μετά τη γνωριμία, βρεθήκαμε μόνοι οι δυο μας στη βίλα της. Φορούσε μαύρη ποδιά μ' άσπρο κολαριστό γιακά. Είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ πως το άγχος που μ' έπιανε όταν την έβλεπα, την έπιανε κι εκείνη με μένα, ένα άγχος που τη μέρα κείνη, ήταν ακόμα μεγαλύτερο επειδή έλπιζα πως κάτω από τη ποδιά της ήταν τελείως γυμνή.
Φορούσε μαύρες μεταξωτές κάλτσες που φτάνανε πάνω από το γόνατο, ακόμα όμως δεν είχα καταφέρει να τη δω μέχρι τον κώλο (αυτή η λέξη, που χρησιμοποιούσαμε πάντα με τη Σιμόν, ήτανε για μένα το πιο ωραίο απ' όλα τα ονόματα του σεξ). Φανταζόμουνα μόνο πως έτσι και σήκωνα λιγάκι τη ποδιά από πίσω, θα 'βλεπα τ' απόκρυφα μέρη της.
Σε μια γωνιά του διαδρόμου ήταν αφημένο ένα πιάτο με γάλα για τη γάτα.
-"Τα πιάτα είναι για να καθόμαστε", είπε η Σιμόν. "Τι στοίχημα βάζεις ότι μπορώ να κάτσω μες στο πιάτο";
-"Βάζω στοίχημα πως δε θα τολμήσεις", απάντησα σχεδόν με κομμένη ανάσα.
Έκανε αφόρητη ζέστη. Η Σιμόν ακούμπησε το πιάτο σ' ένα σκαμνάκι, στήθηκε μπρος μου και με τα μάτια της καρφωμένα στα δικά μου, κάθισε χωρίς να μπορώ να τη δω κάτω από τη ποδιά και μούσκεψε τους ζεματιστούς γλουτούς της στο δροσερό γάλα. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι κι άρχισα να τρέμω, ενώ αυτή κοίταζε το σηκωμένο πέος μου που πίεζε από μέσα το πανταλόνι μου. Έμεινα έτσι για λίγο ασάλευτος μπροστά της. Δε κουνήθηκε από τη θέση της και για πρώτη φορά, είδα τη ροδόμαυρη σάρκα της που δροσιζότανε μες στο κάτασπρο γάλα. Καθίσαμε σ' αυτή τη στάση πολλήν ώρα κι είμασταν κι οι δυο συγκλονισμένοι...
Ξαφνικά σηκώθηκε πάνω κι είδα το γάλα να τρέχει στα μπούτια της και να φτάνει ως τις κάλτσες. Σκουπίστηκε κανονικά μ' ένα μαντίλι, όρθια πάνω από το κεφάλι μου, με το 'να πόδι στο σκαμνάκι κι εγώ έτριβα μ' όλη μου τη δύναμη τον πούτσο μου πάνω από το πανταλόνι, σφαδάζοντας από κάβλα, στο πάτωμα. Έτσι φτάσαμε σχεδόν ταυτόχρονα σ' οργασμό χωρίς καν να 'χουμεν αγγιχτεί. Όταν όμως γύρισε η μητέρα της κι η Σιμόν χώθηκε τρυφερά στην αγκαλιά της, εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία και χωρίς να με δούν, επειδή καθόμουνα σε χαμηλή πολυθρόνα, σήκωσα από πίσω τη ποδιά κι έχωσα, ανάμεσα από τα καφτά της μπούτια, το χέρι μου βαθιά μες στον κώλο της.
Γύρισα τρέχοντας σπίτι με τη λαχτάρα να τραβήξω κι άλλη μια μαλακία και τ' άλλο βράδι, τα μάτια μου ήτανε τόσο κομμένα, που η Σιμόν, αφού πρώτα με κοίταξε καλά-καλά, έκρυψε το πρόσωπό της στον ώμο μου κι είπε σοβαρά:
-"Δε θέλω να μαλακιστείς άλλη φορά χωρίς εμένα".
Έτσι, οι ερωτικές μας σχέσεις μ' αυτό το κορίτσι, άρχισαν να γίνονται τόσο στενές κι αναπόφευκτες που σχεδόν δεν αντέχαμε να περάσει μια βδομάδα χωρίς να ειδωθούμε. Εντούτοις, γι' αυτό το θέμα δεν έχουμε μιλήσει σχεδόν ποτέ. Καταλαβαίνω πως όταν με βλέπει, αισθάνεται αυτό που αισθάνομαι κι εγώ όταν τη βλέπω, μου 'ναι σχεδόν αδύνατον όμως να εξηγήσω αυτό που μας συμβαίνει. Θυμάμαι μια μέρα που τρέχαμε σα παλαβοί με τ' αυτοκίνητο, χτυπήσαμε μια ποδηλάτισσα που θα πρέπει να 'τανε πολύ νέα κι όμορφη. Οι ρόδες του αυτοκινήτου μας, της είχαν κόψει το κεφάλι σε σημείο που της το 'χανε χωρίσει από το σώμα. Μείναμε πολλήν ώρα στ' αυτοκίνητο κοιτάζοντας μερικά μέτρα πιο κάτω, τη σκοτωμένη. Η φρίκη κι η απόγνωση που αισθάνεται κανείς μπροστά σε τόσες σάρκες βουτηγμένες στο αίμα, εν μέρει αηδιαστικές αλλά κι εν μέρει πανέμορφες, δε διαφέρουνε και πολύ απ' αυτό που συνήθως νιώθουμε μεις οι δυο όταν κοιταζόμαστε. Η Σιμόν είναι ψηλή κι όμορφη. Η συμπεριφορά της γενικά είναι πολύ απλή, δεν υπάρχει τίποτα τ' απελπισμένο ούτε στο βλέμμα, ούτε στη φωνή της. Στο σεξουαλικόν όμως, τη πιάνει ξαφνικά τέτοια βουλιμία για κάθε τι που συγκλονίζει, ώστε κι η παραμικρότερη διέγερση των αισθήσεων, κάνει μονομιάς το πρόσωπό της να παίρνει μιαν έκφραση που φέρνει αμέσως στο νου, όλα κείνα που 'χουν να κάνουν με την ουσία της σεξουαλικότητας, το αίμα παραδείγματος χάρη, την ασφυξία, τον αιφνίδιο τρόμο, το έγκλημα, κάθε τι που καταστρέφει επ' άπειρο την ανθρώπινη μακαριότητα κι εντιμότητα. Η πρώτη φορά που την είδα να τη πιάνει αυτή η βουβή και σύγκορμη σύσπαση, (που μ' έπιασε και μένα), ήτανε τη μέρα που 'κατσε στο πιάτο με το γάλα. Η αλήθεια είναι πως δε κοιταζόμαστε ίσια στα μάτια παρά μόνο σε τέτοιες στιγμές, τη γαλήνη όμως και την όρεξη για παιγνίδια τις βρίσκουμε μόνο λίγο μετά τον οργασμό, όταν χαλαρώνουμε.
Πρέπει να πω πως παρ' όλ' αυτά, πέρασε πολύς καιρός ώσπου να κάνουμε έρωτα, εκμεταλλευόμασταν όμως όλες τις ευκαιρίες για να επιδοθούμε σ' ασυνήθιστες πράξεις. Αυτό δε σημαίνει πως δεν είμασταν ντροπαλοί, κάθε άλλο μάλιστα, όμως κάτι ακατανίκητο μας έσπρωχνε και τους δυο να προκαλούμε ζευγαρωτά την αιδώ με τη μεγαλύτερη ξεδιαντροπιά. Έτσι, πριν καλά-καλά ολοκληρώσει αυτό που μου ζητούσε, δηλαδή να μη ξανατραβήξω ποτέ πια μόνος μου μαλακία, (είμασταν στη κορυφή ενός απότομου βράχου που κρεμότανε πάνω από τη θάλασσα), μου κατέβασε το πανταλόνι, με ξαπλωσε καταγής, μάζεψε ως απάνω τα φουστάνια της, κάθισε στη κοιλιά μου κι αποξεχάστηκε, ενώ εγώ βύθιζα στον κώλο της ένα μου δάχτυλο, που το 'χα προηγουμένως πασαλείψει με το νεαρό μου σπέρμα. Έπειτα γύρισε και ξάπλωσε προς τα μπρος, με το κεφάλι κάτω από το πέος μου, ανάμεσα στα μπούτια μου και σηκώνοντας ψηλά τον κώλο, μετακίνησε το κορμί της προς εμένα που σήκωνα με τέτοιο τρόπο το κεφάλι, ώστε να το φέρω στο ίδιο ύψος με τον κώλο της, έτσι που τα γόνατά της ήρθανε και στηριχτήκανε στους ώμους μου.
-"Μπορείς να κατουρήσεις προς τα πάνω και να το φτάσεις στον κώλο μου;" με ρώτησε.
-"Μπορώ" απάντησα, "έτσι που κάθεσαι όμως, θα σου κατουρήσω το φουστάνι και το πρόσωπο".
-"Ε και;" μ' έκοψεν αυτή αποφασιστικά κι έκανα αυτό που μου 'πε. Δε πρόφτασα όμως να τελειώσω το κατούρημα κι ένα δεύτερο κύμα ξεχύθηκεν από μέσα μου και τη κατάβρεξε, τούτη τη φορά όμως ήταν όμορφο κάτασπρο σπέρμα.
Στο μεταξύ, η μυρωδιά της θάλασσας μπερδευότανε με τη μυρωδιά των μουσκεμένων εσωρρούχων, των γυμνών μας σωμάτων και του σπέρματος. Είχεν αρχίσει να βραδιάζει κι εμείς είμασταν πάντα σε κείνη την απίθανη στάση, χωρίς ν' ανησυχούμε ή να κουνιόμαστε, οπότε κάποια στιγμή ακούσαμε βήματα στα χόρτα.
-"Μη κουνιέσαι, σ' ικετεύω", μου 'πε η Σιμόν. Τα βήματα είχαν σταματήσει, δε μπορούσαμε όμως να δούμε ποιος ερχόταν. Και των δυο μας οι ανάσες είχαν κοπεί. Έτσι τουρλωμένος όπως ήταν ο κώλος της, έμοιαζε πράγματι με πανίσχυρη ικεσία, τόσο τέλειος ήταν, με τους δυο στενούς κι αφράτους του γλουτούς, που τους χώριζε το βαθύ σχίσμα στη μέση και δεν είχα καμιά αμφιβολία πως είτε άντρας ήταν αυτός ο άγνωστος, είτε γυναίκα, γρήγορα θα υπέκυπτε στον πειρασμό και θ' αναγκαζόταν, βλέποντας αυτόν τον κώλο, να τραβήξει μιαν αβυσσαλέα μαλακία. Τα βήματα όμως ξανακούστηκαν, πιο βιαστικά τώρα, σχεδόν σα τρέξιμο και ξαφνικά είδα να εμφανίζεται ένα υπέροχο ξανθό κορίτσι, η Μαρσέλ, απ' όλες μας τις φίλες ή πιο αγνή κι η πιο ευάλωτη. Εμείς οι δυο όμως ήμασταν πολύ σφιχτά μπλεγμένοι με τη φριχτή στάση που 'χαμε πάρει και δε μπορούσαμε να κουνήσουμε ούτε το μικρό μας δαχτυλάκι, οπότε ξαφνικά ή έρημη φίλη μας σωριάστηκε καταγής και ζάρωσε στα χόρτα κλαίγοντας με λυγμούς. Τότε μόνο λύσαμε το εξωφρενικό μας αγκάλιασμα και ριχτήκαμε πάνω σ' ένα εγκαταλειμμένο σώμα. Η Σιμόν της σήκωσε τη φούστα, της έσχισε τη κυλότα και μου 'δειξε συνεπαρμένη, ένα καινούργιο κώλο, το ίδιο ωραίο, το ίδιο τέλειο με τον δικό της, που έπεσα κι άρχισα να τον φιλώ με λύσσα, ενώ συγχρόνως έτριβα τον κώλο της Σιμόν που τύλιξε τα μπούτια της γύρω από τη μέση της παράξενης Μαρσέλ, η οποία το μόνο πια που δεν έκρυβε ήταν οι λυγμοί της.
-"Μαρσέλ", της φώναξα, "σ' εξορκίζω, σταμάτα να κλαις. Θέλω να με φιλήσεις στο στόμα..." Τα ωραία της ίσια μαλλιά της τα χάιδευε η Σιμόν δίνοντάς της παντού τρυφερά φιλιά.
Στο μεταξύ, ο καιρός είχε γυρίσει για τα καλά στη καταιγίδα και μαζί με τη νύχτα, άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταγόνες, φέρνοντας χαλάρωση, μετά το πλάκωμα της αποπνικτικής ζέστης μιας ολάκερης μέρας που δε κουνιόταν φύλλο. Η θάλασσα έκανε τώρα φοβέρο θόρυβο που τον σκέπαζαν τα μακρόσυρτα μπουμπουνητά του κεραυνού και με τις αστραπές μπορούσα κι έβλεπα ξαφνικά, σα να 'ταν μέρα μεσημέρι, τους δυο αυνανιζόμενους κώλους των κοριτσιών που δε βγάζανε πια λέξη. Τα τρία κορμιά μας τα υποδαύλιζε βάναυση φρενίτιδα. Δυο νεαρά στόματα συναγωνίζονταν ποιο θα κάνει δικό του τον κώλο μου, τ' αρχίδια μου και τη ψωλή μου, εγώ όμως άνοιγα κι όλο άνοιγα, γυναικεία σκέλια υγρά από σάλια ή σπέρμα σα να 'θελα να ξεφύγω από το σφιχταγκάλιασμα ενός τέρατος, αλλ' αυτό το τέρας δεν ήταν άλλο από τη τρομαχτική βία των κινήσεών μου. Τελικά, η ζεστή βροχή άρχισε να πέφτει καταρρακτωδώς κι έκανε τελείως μούσκεμα τα σώματά μας που δε κρύβανε πια τίποτα. Δυνατοί κεραυνοί μας συγκλόνιζαν και φούντωναν κάθε φορά και περισσότερο την αγανάχτησή μας, κάνοντας μας να βγάζουμε κραυγές λύσσας που επαναλαμβάνονταν με κάθε αστραπή, γιατί η καθεμιά έβγαζε στο φως τα γεννητικά μας όργανα. Η Σιμόν είχε βρει μια γούβα με λάσπη και λάσπωνε το σώμα της πασαλείβοντάς το έξαλλη: μαλακιζόταν με το χώμα και τρανταζόταν από βίαιες συσπάσεις ηδονής καθώς τη μαστίγωνε η μπόρα, ενώ εγώ είχα το κεφάλι μου χωμένο σφιχτά ανάμεσα στα λασπωμένα μπούτια της κι αυτή το πρόσωπό της βουτηγμένο στα λασπόνερα, όπου πηγαινόφερνε μ' άγριες κινήσεις τον κώλο της Μαρσέλ την οποία είχε πλοκαμιάσει τυλίγοντας το ένα της μπράτσο γύρω από τη μέση της, ενώ με τ' άλλο χέρι είχε γαντζώσει τον γλουτό και τον τραβούσε και τον άνοιγε με δύναμη...

Εκδόσεις "ΑΓΡΑ" Μάρτης 1980
μετάφραση Δημ. Δημητριάδη

Saturday, April 11, 2009

ΟΙ Ποιητές στο Boudoir-Ντίνος Χριστιανόπουλος


Οι ποιητές στο boudoir:

Ντίνος Χριστιανόπουλος
ΝΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Εκδόσεις Διαγώνιος

Το καντήλι

Παλιό, ακατοίκητο αρχοντικό, με κήπο στο βάθος, και στην άκρη του κήπου ένα εκκλησάκι. Μια τρελή, που ζούσε εκεί μέσα ολομόναχη,άναβε κάθε βράδυ το καντήλι. Το έβλεπα από μια χαραμάδα της εξώπορτας, να λαμπυρίζει μες απ' τα φυλλώματα, και γαλήνευε η ψυχή μου. Η διάθεσή μου ήταν πάντα χαλασμένη, καθώς γύριζα τα βράδια στο σπίτι επιστρέφοντας από το ερωτικό μου δωμάτιο. Χωρίς να το καταλάβω, αυτό το καντήλι έγινε η πιο κρυφή παρηγοριά μου. Και καταλάβαινα γιατί χιλιάδες άνθρωποι σ' αυτό τον κόσμο εξακολουθούσαν ακόμη ν'ανάβουν το καντήλι τους.


Ένα βράδυ το βρήκα σβηστό. Κάτι είχε πάθει, φαίνεται, η τρελή. Λίγο αργότερα έχασα κι εγώ το ερωτικό μου δωμάτιο, κι έπαψα πια να περνώ από κείνο το δρόμο. Κανένα καντήλι δεν παρηγόρησε από τότε τη ζωή μου.

Thursday, June 5, 2008

The absolute mess of my manuscripts...

Μετά από την
ευγενική πρόσκληση της φίλης Λου

My dear,

I've been writing
and writing
and writing...
endlessly...

Are you sure you want to see this?



Λ.Κ. 2008

Charles Baudelairs: Εγκώμιο Μακιγιάζ


Charles Baudelairs: Εγκώμιο Μακιγιάζ

(Απόσπασμα)

Υπάρχει ένα τραγούδι, τόσο τετριμμένο και τόσο ανόητο, ώστε δεν μπορεί ούτε να το αναφέρει κανείς μέσα σε ένα έργο που έχει κάποιες αξιώσεις σοβαρότητας, εκφράζει όμως στην εντέλεια, σ’ ένα ύφος επιθεώρησης, την αισθητική των μη σκεπτόμενων ανθρώπων: “ Η φύση ομορφαίνει την ομορφιά ”.
Υποθέτω ότι ο “ποιητής”, αν είχε κατορθώσει να μιλήσει γαλλικά, θα είχε πει: “ Η απλότητα ομορφαίνει την ομορφιά!”, πράγμα που αντιστοιχεί, μ’ έναν τρόπο εντελώς απροσδόκητο, στην εξής “αλήθεια”: Το ανύπαρκτο ομορφαίνει το υπαρκτό.

Τα περισσότερα λάθη σχετικά με την έννοια του ωραίου, προέρχονται από την εσφαλμένη αντίληψη του 16ου αιώνα που έχει σχέση με την ηθική.Τότε, εξέλαβαν τη φύση ως βάση, πηγή και υπόδειγμα κάθε δυνατού καλού και κάθε ομορφιάς. Η αποκήρυξη του προπατορικού αμαρτήματος δεν έπαιξε μικρό ρόλο στη γενική αυτή τύφλωση της εποχής εκείνης. Αν ωστόσο δεχτούμε να ανφερθούμε μόνο στην ορατή πραγματικότητα, στην εμπειρία όλων των εποχών και στην Εφημεριδα των Δικαστηρίων, θα δούμε πως η φύση δεν μάς διδάσκει τίποτα ή σχεδόν τίποτα, ότι δηλαδή αναγκάζει τον άνθρωπο να κοιμάται, να πίνει, να τρώει και να προστατεύεται όσο είναι δυνατόν από τα εχθρικά στοιχεία του περιβάλλοντος. Αυτή είναι πάλι που κινεί τον άνθρωπο να σκοτώνει τον συνάνθρωπό του, να τον τρώει, να τον φυλακίζει, να τον βασανίζει.
Διότι, μόλις βγούμε από τον χώρο της αναγκαιότητας για να μπούμε στην περιοχή της πολυτέλειας και των απολαύσεων, βλέπουμε πως η φύση δεν μπορεί να μάς συμβουλέψει παρά μόνο το έγκλημα. Είναι αυτή η αλάνθαστη φύση που γέννησε την πατροκτονία, την ανθρωποφαγία και μύριες άλλες φρικαλεότητες που η σεμνότητα και η λεπτότητα μάς εμποδίζει να ονομάσουμε. Είναι η φιλοσοφία (και εννοώ τη γνήσια), είναι η θρησκεία που μάς προστάζει να τρέφουμε φτωχούς συγγενείς και ανάπηρους. Η φύση (που δεν είναι τίποτα άλλο από τη φωνή του συμφέροντός μας) μάς παραγγέλλει να τούς αποτελειώσουμε.
Επιθεωρείστε, αναλύστε καθετί που είναι φυσικό, όλες τις πράξεις και τις επιθυμίες του απόλυτα φυσικού ανθρώπου και δεν θα βρείτε παρά τη φρίκη.
Ό,τι είναι ωραίο και ευγενικό είναι αποτέλεσμα της λογικής και του στοχασμού. Το έγκλημα, που το ανθρώπινο ζώο πρωτοδοκίμασε τη γεύση του στη μήτρα της μάνας του, είναι πρωταρχικά φυσικό. Απεναντίας, η αρετή είναι τεχνητή, υπερφυσική, αφού χρειάστηκαν – σ’ όλες τις εποχές και σ’ όλα τα έθνη – θεοί και προφήτες για να διδάξουν στην αποκτηνωμένη ανθρωπότητα, και αφού ο άνθρωπος από μόνος του στάθηκε ανίκανος να την ανακαλύψει. Το κακό γίνεται χωρίς προσπάθεια, φυσικά, μοιραία. Το καλό είναι πάντα το προϊόν μιας τέχνης.

Όλα όσα λέω για τη φύση, ως κακή σύμβουλο σε ό,τι αφορά στην ηθική και ό,τι λέω για τη λογική ως πραγματική πηγή λύτρωσης και αναμόρφωσης, είναι δυνατόν νεα μεταφερθούν στην περιοχή του ωραίου. Οδηγούμαι έτσι να θεωρήσω τον καλλωπισμό σαν ένα δείγμα πρωτόγονης ευγένειας της ανθρώπινης ψυχής.
Οι φυλές που ο πολιτισμός μας, μέσα στη σύγχυση και στη διαφθορά του χαρακτηρίζει άγριες, με μια αλαζονεία και μια αυταρέσκεια που είναι εντελώς κωμικές, καταλαβαίνουν, όπως ακριβώς και το παιδί, την υψηλή πνευματικότητα του καλλωπισμού. Ο άγριος και το βρέφος με τον αφελή τους πόθο για ό,τι λάμπει, για τα πολύχρωμα φτερά, τα υφάσματα που παιχνιδίζουν, για το υπέροχο μεγαλείο των τεχνητών σχημάτων, μαρτυρούν την απέχθειά τους για το πραγματικό και επιδεικνύουν έτσι, άθελά τους, την πνευματικότητα της ψυχής τους.
Αλλοίμονο σ’ αυτόν, που, σαν τον Λουδοβίκο τον ΙΕ’ (που δεν υπήρξε το προϊόν ενός πραγματικού πολιτισμού, αλλά μιας επανόδου στην βαρβαρότητα), προάγει τη διαφθορά ως το σημείο να μη γεύεται πια παρά μόνο την απόλυτη φυσικότητα!
Η μόδα, λοιπόν, πρέπει να θεωρηθεί σαν ένα σύμπτωμα της τάσης προς το ιδεώδες, που επικαλύπτει μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο ό,τι αισχρό, γήινο κι ακάθαρτο συσσωρεύει η φυσική ζωή – σαν μια έξοχη παραμόρφωση της φύσης ή μάλλον σαν αδιάκοπες και αλλεπάλληλες προσπάθειες αναμόρφωσής της.
Σωστά επίσης, παρατηρήθηκε (χωρίς όμως να ανακαλυφθεί ο λόγος) ότι όλες οι μόδες είναι γοητευτικές, δηλαδή σχετικά γοητευτικές, επειδή η καθεμιά τους είναι μια καινούρια προσπάθεια, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη, προς το ωραίο, κάποια προσέγγιση ενός ιδανικού που η επιθυμία του ερεθίζει συνεχώς το ανικανοποίητο ανθρώπινο πνεύμα.
Αλλά οι μόδες, αν θέλουμε να τις εκτιμήσουμε σωστά, δεν πρέπει να θεωρηθούν πράγμα νεκρό. Θα ήταν σαν να θαυμάζαμε τα κρεμασμένα κουρέλια, βουβά κι άδεια όπως το δέρμα του Αγίου Βαρθολομαίου μέσα στο ντουλάπι ενός παλαιοπώλη.
Πρέπει να τις φανταστούμε ζωντανεμένες από τις ωραίες γυναίκες που τις φόρεσαν. Μόνο έτσι θα συλλάβουμε το νόημα και το πνεύμα τους. Αν λοιπόν ο αφορισμός: Όλες οι μόδες είναι γοητευτικές, σάς ενοχλεί ως υπερβολικά απόλυτος, μπορείτε να πείτε, και θα είστε βέβαιοι πως δεν κάνετε λάθος: Όλες οι μόδες είναι θεμιτό να θεωρούνται γοητευτικές.

Η γυναίκα έχει το απαράγραπτο δικαίωμα και μάλιστα εκπληρώνει ένα είδος χρέους όταν προσπαθεί να φανεί μαγική και εξωπραγματική. Πρέπει να εκπλήσσει, να γοητεύει. Ως είδωλο πρέπει να χρυσώνεται για να γίνεται αντικείμενο λατρείας. Πρέπει, λοιπόν, να δανείζεται απ’ όλες τις τέχνες τα μέσα για να υψωθεί πάνω απ’ τη φύση, ώστε να σκλαβώνει καλύτερα τις καρδιές και να συναρπάζει τα πνεύματα. Δεν πειράζει διόλου αν η απάτη και το τέχνασμα είναι γνωστά σε όλους, όταν η επιτυχία τους είναι εξασφαλισμένη και το αποτέλεσμα πάντα ακατανίκητο.


Μέσα σ’ αυτές τις σκέψεις, ο καλλιτέχνης φιλόσοφος θα βρει εύκολα τη δικαίωση όλων των μέσων που χρησιμοποίησαν οι γυναίκες σ’ όλες τις εποχές για να εδραιώσουν και να αποθεώσουν, αν μπορεί να ειπωθεί έτσι, την εύθραυστη ομορφιά τους. Η απαρίθμησή τους δεν θα ΄χε τέλος. Αλλά, για να περιοριστούμε σ’ αυτό που η εποχή μας ονομάζει κοινώς μακιγιάζ, ποιός δεν βλέπει ότι η χρήση της πούδρας από ρύζι – τόσο ανόητα αναθεματισμένη από τους αφελείς φιλόσοφους – έχει σκοπό και αποτέλεσμα να εξαφανίζει από το δέρμα όλους τους λεκέδες που η φύση σκόρπισε τόσο προσβλητικά…”


Εκδόσεις ΑΓΡΑ
Μετάφραση: Μαργαρίτα Καραπάνου

Sunday, December 9, 2007

Το κατακόκκινο boudoir της τσαρίνας Αικατερίνης - Ερμιτάζ



Η φωτογραφία τραβήχτηκε από εμένα,
τον Ιούλιο του 2007, στο Μουσείο Ερμιτάζ
( πρώην ανάκτορα των τσάρων της Ρωσίας )

Εδώ ερωτροπούσε η τσαρίνα Αικατερίνη με τους νεαρούς και όμορφους ιπποκόμους της,
τούς αποπλανούσε και περνούσε νύχτες γεμάτες λαγνεία μαζί τους...
Αυτοί, όμως...;

Monday, June 11, 2007

ΟΙ Ποιητές στο Boudoir-Κακναβάτος Έκτωρ


Έκτωρ Κακναβάτος

Τετραψήφιο

(απόσπασμα από το έργο)

Κι αν δεν ήταν έτσι;
Κι αν ήταν αλλιώς τα πράγματα;
Βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που σ’ είδα
Να ’ρχεσαι
Έτσι όμορφη, έτσι φανατικιά,
Μπροστά-μπροστά στη φάλαγγα των λογγοβάρδων
Και να βουίζει το πλήθος: χαίρε αυγούστα…
Μα εσύ έβλεπες κατά τη βραζιλία,
Να παροπλίζονται τα πλοία των αχαιών
Ν’ αλλάζουν σημαία
Τους απεργούς τους θερμαστές στη προκυμαία
Να σουλατσάρουν πεισματάρηδες
Με ξεφτίδια απ’ τα μαλλιά του αγαμέμνονα
Στις φούχτες
Να ψάχνουν για μπορντέλα
Να συζητούνε καθισμένοι στο μουράγιο
Με το νέστορα, τον άγιο γεράσιμο, το νότη μπότσαρη
Για την ανάσταση του γένους…
Εκείνη τη νύχτα έγινε ο χαλασμός:
Ορκίστηκαν όλοι,
Άλλος στη μάνα του την κλυταιμνήστρα
Άλλος στο όνομα της κορούλας του
Άλλος στον άγνωστο στρατιώτη
Άλλος…πού να θυμάμαι τώρα,
Μα ο τελευταίος
Αχ θεέ μου, τι στιγμή ήταν εκείνη*…
………………………………………

Χωρίς ραδιουργίες,
Έτσι όπως απόγεμα μεγάλο σάββατο
Μού βάλανε για πρώτη φορά τον αιματοσταυρό
Απ’ το σφαγμένο αρνί του πάσχα,
Φριχτό σημάδι ανάμεσα στα μάτια,
Ανάμεσα σε δύο θάλασσες
Από τη μια το αιγαίο από την άλλη το ιόνιο
Κα στη μέση το σημάδι το ματωμένο.

Πού να βρω πια ησυχία; την άλλη μέρα
Ήρθε το μήνυμα σκληρό: το πτώμα σου
Τσαλακωμένο όπως το τραίνο που ‘πεσε στη χαράδρα
Το βρήκανε στη βαϊκάλη μογγόλοι ψαράδες
Να πλέει δίπλα σε μια ψάθα.
Τότε πιά πάει κι η αγιά σοφιά

(εδώ το χειρόγραφο είναι κατεστραμμένο από την πολυκαιρία)

Πάει και το μεσολόγγι
Πάει κι ο νότης μπότσαρης
Οι αργοναύτες παντρεύτηκαν στη βραζιλία,
Σκόρπισαν τα μαλλιά του αγαμέμνονα
Στους πέντε ανέμους
Κάψανε τα πλοία
Και δεν ξαναμίλησαν για τη μονεμβασιά.

Το βράδυ…, τι λέω;
Κάθε βράδυ
όλα τα βράδια
αστροφεγγιά βάρβαρη
αστροφεγγιά των λογγοβάρδων
αστροφεγγιά σαν ξερό χταπόδι
κατάντικρυ σ’ έναν ήλιο μασσώνο,
βυρσοδέψη*
……………………………………..

(εκδόσεις κείμενα)

ΟΙ Ποιητές στο Boudoir


Tristan Corbière


Τριστάν Κορμπιέρ

Συγχώρεση Της Αγίας Άννας


Όλη καρδιά από δρυ όμορφη και σκληρή

Κάτω απ’ της φορεσιάς σου το χρυσάφι κρύβεται

Η κομματιασμένη ψυχή ενός Γαλλοβρετόνου!


Γριά όλο ζωή με όψη εργασμένη

Όπως η πέτρα του χειμάρρου,

Σκαμμένη από δάκρυα αγάπης

Με αιμάτινα κλάματα στεγνωμένη


Των τυφλών ραβδί! Των γερόντων

Δεκανίκι! Των νεογέννητων στήριγμα!

Μητέρα δέσποινα της κόρης σου!

Συγγένισσα των ασώτων!


Ω! άνθος της νεαρής παρθένας!

Καρπέ της έγγυας γυναίκας,

Ανάπαψη της χήρας…

Και του χήρου Κυρά του ελέους!


Λυπήσου τη νεαρή μητέρα,

Το μικρό στην άκρη του δρόμου.

Αν κάποιος του ρίξει μια πέτρα

Ας γίνει η πέτρα ψωμί.


(εκδόσεις Αιγόκερως)

Sunday, June 3, 2007

Διαβάζοντας μέσα στο Boudoir-Μπoρίς Βιάν


Μπορίς Βιάν

Πορνογραφικά Γραπτά

«…Κατ’ αρχήν λοιπόν, θα ‘πρεπε να προσπαθήσω να ορίσω την ερωτική λογοτεχνία, τα όρια της εφαρμογής αυτού του γενικού όρου καθώς και το τι εννοεί να προσδιορίζει. Μια τόσο επιτηδευμένη πρόθεση δεν μπορεί παρά να αποτύχει ταυτόχρονα με τη σύλληψή της. Διότι δεν θα ξέραμε να πούμε A PRIORI γιατί αυτό το λογοτεχνικό έργο είναι ερωτικό και γιατί κάποιο άλλο δεν είναι. Θα προσκρούαμε μεμιάς πάνω σε κολοσσούς όπως η Ιουστίνη του Σαντ ή οι 120 μέρες στα Σόδομα, που δεν θα μπορούσαμε να κατατάξουμε. Βέβαια, σε ό,τι αφορά στον Σαντ, δεν μπορώ να επιδοκιμάσω εντελώς τους συλλογισμούς της κυρίας Κλωντ-Εντμον Μανί, η οποία σε ένα άρθρο με τίτλο Σαντ, Ο Μάρτυρας Του Αθεϊσμού, μας εκμυστηρεύεται σε μια γοητευτική ανεμελιά τη σκέψη της…αλλά παραθέτω κατά λέξη την Κλωντ-Εντμόν:
«Δεν είναι τα’ ότι μερικές σκηνές των Ατυχιών της Αρετής δεν ασκούν πάνω στη φαντασία καμία υποβλητική κι αναμφισβήτητη δύναμη. Η αληθινή σημασία και το ενδιαφέρον του έργου βρίσκονται αλλού: Οι πλέον ανώμαλες σκηνές του Σαντ οφείλουν την αίσθησή και τη σπουδαιότητα τους μονάχα στη μεταφυσική που τις στηρίζει».

Μπορίς Βιάν

Δράκωλας – Αποσπάσματα από το ημερολόγιο
του David Benson

«…Πάνω στο τραπέζι, μαζί μ’ ένα πλούσιο γεύμα, ένα σημείωμα με πληροφορούσε πως ο ιδιοκτήτης έλειπε στο κυνήγι εδώ και δύο μέρες, πως μού ζητούσε συγγνώμη που με υποδεχόταν τόσο αναιδώς και με παρακαλούσε να βολευτώ όσο καλύτερα μπορούσα και να περιμένω την επιστροφή του.
Κατά περίεργο τρόπο, το μυστήριο της υποθέσεως, αντί να ενισχύσει τους φόβους μου, τους διέλυσε. Με την καρδιά γαληνεμένη δείπνησα με αρκετή όρεξη.
Έπειτα, καθώς η ζέστη ήταν πνιγηρή γδύθηκα τελείως και ξάπλωσα μπροστά στη φωτιά, πάνω σ’ ένα τεράστιο δέρμα μαύρης αρκούδας που διατηρούσε ακόμα μια ελαφριά μυρωδιά του άγριου ζώου, πράγμα που απέδωσα στα πρωτόγονα μέσα που χρησιμοποιούν οι κάτοικοι των ορεινών αυτών περιοχών στη συντήρησή του.

Βγήκα από τη νάρκη μου με μια αίσθηση ασφυξίας ενώ ταυτόχρονα κάτι άλλο, εντελώς άγνωστο, με κατέκλυζε. Το παρελθόν μου σαν συνεσταλμένου άγαμου, δεν μού είχε προσφέρει καμία παρόμοια εμπειρία. Αλλά την ίδια στιγμή που ένα βάρος, το οποίο μου φαινόταν αρκετά μεγάλο μού πλάκωνε το στήθος, είχα την αίσθηση ότι το φύλο μου ολόκληρο ήταν βυθισμένο σε ένα βαθούλωμα ζεστό και ιδιαίτερα ευκίνητο και πως αυτός ο πρωτόγνωρος ερεθισμός είχε σαν αποτέλεσμα μια εντελώς αφύσικη αύξηση της ρώμης και του μεγέθους του.
Όταν σιγά-σιγά άρχισα να συνέρχομαι, αισθάνθηκα ένα απαλό χνούδι να πιέζει τη μύτη και το στόμα μου. Μια ιδιαίτερη οσμή, που μού έφερνε μια ελαφριά ζάλη πλημμύριζε τα ρουθούνια μου και σηκώνοντας τα χέρια, άγγιξα δύο λεία κι απαλά στρογγυλά εξογκώματα που τρεμούλιασαν κι ανασηκώθηκαν λίγο στο άγγιγμά μου.

Ακριβώς τότε, αφού αντιλήφθηκα κάποια υγρασία στο πάνω χείλος μου, την έγλειψα και η γλώσσα μου χώθηκε σε μια σχισμή σαρκώδη και καυτή, που άρχισε εκείνη τη στιγμή να συσπάται ατέλειωτα. Ρούφηξα τον απολαυστικό χυμό, που τώρα κυλούσε μέσα στο στόμα μου και τότε μόνο συνειδητοποίησα ότι κάποιος βρισκόταν ξαπλωμένος ολόκληρος πάνω μου με το κεφάλι του στα πόδια μου και τα πόδια του στο κεφάλι μου, γλείφοντας λαίμαργα το όργανό μου, ενώ εγώ από τη μεριά μου, ανταπέδιδα την φιλοφρόνηση. Εγώ ο Ντέιβιντ Μπένσον τρυγούσα το όργανο ενός άγνωστου όντος και απολάμβανα από αυτό μια υπέρτατη ηδονή.
Η διαπίστωση αυτή ήρθε τη στιγμή ακριβώς που κυριευμένος από μια βίαιη παραφορά άφησα μια τεράστια ποσότητα σπέρματος να εκσφενδονιστεί, η οποία ρουφήχτηκε αμέσως. Την ίδια στιγμή τα μπούτια που έσφιγγαν το κεφάλι μου, τεντώθηκαν. Δυνάμωσα τις κινήσεις μου, βυθίζοντας τη γλώσσα μου όσο πιο βαθιά μπορούσα και τραβώντας την πίσω και ξανά το ίδιο, όσο πιο γρήγορα γινόταν και ρούφηξα ό,τι μπόρεσα από την αχαλίνωτη χοάνη που σπαρταρούσε πάνω στα χείλια μου.
Εν τω μεταξύ τα χέρια μου δεν έμεναν άπρακτα. Ψηλαφούσαν σε όλο της το μήκος τη μυρωδάτη σχισμή, μες την οποίαν χωμένη η μύτη μου άγρευε αρώματα μεθυστικά. Κατά διαστήματα τα δάχτυλά μου χώνονταν σ’ ένα κοίλωμα αλλιώτικο και πιο απόρθητο από το άλλο.
Πάω, χάθηκα, σκέφτηκα. Ο κόμης είναι βρυκόλακας κι αυτό το πλάσμα είναι στην υπηρεσία του. Και να που κι εγώ τώρα γίνομαι βρυκόλακας…
Την ώρα εκείνη το πλάσμα πίεσε ακόμα περισσότερο τα οπίσθιά του πάνω στη μύτη μου κι ένιωσα ένα εξόγκωμα τριχωτό και σκληρό να ακουμπάει στο πηγούνι μου. Ψηλαφώντας το διαπίστωσα ότι κατέληγε σε ένα μέλος άκαμπτο και φουσκωμένο που σφάδαζε για να χωθεί μέσα στο στόμα μου.
Ονειρεύομαι, σκέφτηκα. Δεν είναι δυνατόν και τα δύο φύλα να συνυπάρχουν στο ίδιο πλάσμα. Καθώς λοιπόν πρέπει να επωφελείται κανείς από τα όνειρά του, για να διευρύνει τις εμπειρίες του, άρχισα να ρουφάω αυτό το όργανο, όσο πιο δυνατά μπορούσα.
Τη γλώσσα μου την έφερα προς τον ουρανίσκο και διέτρεχα ολόκληρο το μικρό αυλάκι που χώριζε στα δυο τη βάλανο, θέλοντας να φτάσω στα άκρα τις ηδονικές αυτές αναζητήσεις. Σε αυτό το διάστημα, ο βρυκόλακας δεν είχε σταματήσει τη δράση του στην περιοχή του υπογαστρίου μου και χωρίς να αντιληφθώ πώς, μάλλον αλλάζοντας τη στάση μου, τον οδήγησα στα χείλη του πρωκτού μου, τα οποία κι έγλειφε τώρα με μια γλώσσα μυτερή κι ευκίνητη σαν κεφάλι φιδιού.
Με αυτήν την επαφή το ζαρωμένο μου πέος εκτινάχτηκε φουσκωμένο. Ένα έσχατο τάνυσμα του πέους, που άπληστα ρουφούσα μού προανήγγειλε την ξαφνική αλλαγή και το στόμα μου κατακλύστηκε από πέντε-έξι ριπές ενός απολαυστικού σπέρματος η αλκαλική γεύση του οποίου πολύ γρήγορα παραχώρησε τη θέση της στο διακριτικό άρωμα κάποιου μύκητα. Προτού προλάβω να το καταπιώ όλο, ο βρυκόλακας κάνοντας μια γρήγορη στροφή κόλλησε το στόμα του στο δικό μου, ψάχνοντας τα ελάχιστα υπολείμματα, που είχαν απομείνει στα ούλα και στο λαρύγγι μου.
Στο μεταξύ το πέος μου εισχωρούσε σε ένα στόμιο φλογερό και γεμάτο γλύκα, ενώ ένα χέρι απαλό, που είχε φτάσει μέχρι τα χείλη του πρωκτού μου, έχωνε μέσα στην τρύπα μου ένα φαλλό δειλό στην αρχή, που όμως από σπασμό σε σπασμό σκλήρυνε, προκαλώντας μου μια παραφορά τόσο βίαιη όσο και αναπάντεχη.
Στην προσπάθεια να ανακτήσω τη χαμένη μου συνείδηση, βρήκα το χρόνο να σκεφτώ πως δεν μπορεί παρά να ζούσα ένα όνειρο, αφού ο κόλπος που πριν δύο λεπτά ανοιγόταν ανάμεσα στον πρωκτό και τους όρχεις, βρισκόταν τώρα πάνω από το πέος κι εγώ συνέχιζα να τον τρυγώ. Το τέρας μου γέμιζε το πρόσωπο με απαλά και φευγαλέα γλειψίματα κοντά στα μάτια, στ’ αυτιά και στους κροτάφους, περιοχές που ποτέ πριν δεν θεωρούσα ερωτογενείς.
Μου ερχόταν η επιθυμία να αντικρύσω επιτέλους αυτό το πλάσμα, μα οι αμυδρές ανταύγειες της φωτιάς, μόλις που μου επέτρεπαν να διακρίνω ένα μέρος της σκιάς του που διαγραφόταν κόντρα στο μισοσβησμένο κόκκινο της εστίας.
Οι σκέψεις αυτές διακόπηκαν από ένα καινούργιο κύμα ηδονής που με συνεπήρε κι εκσφενδόνισα ποτάμι τους χυμούς μου στα βάθη της μέγγενης που έσφιγγε τον φαλλό μου, ενώ την ίδια στιγμή ένιωσα τα τρίσβαθα των σπλάχνων μου να πλημμυρίζουν από τα υγρά του εφιάλτη μου. Σφίγγοντας τα χέρια μου πάνω σε στήθη μυτερά και σκληρά, τόσο που ένιωθα τις ρώγες τους να τρυπάνε το κορμί μου, έχασα τις αισθήσεις μου, εξαντλημένος από εμπειρίες τόσο τρομερές και τόσο έντονες.

...............»

(Εκδόσεις Νεφέλη και Άγρα)

Friday, June 1, 2007

Marquis De Sade-Philosophy in the Boudoir

Philosophy in The Boudoir
by le Marquis Alphonse Donatien de Sade, 1795


INTRODUCTION
TO LIBERTINES

Voluptuaries of all ages, of every sex, to you I offer this work. Nourish yourselves upon its principles. They favour your passions, which are naught but the means Nature employs to bring man to the ends she prescribes. For it is only by sacrificing everything to the senses' pleasure that this poor creature called Man may be able to sow a few roses by the thorny path of life.

DIALOGUE THE FIRST
MADAME DE SAINT-ANGE, LE CHEVALIER DE MIRVEL

MADAME DE SAINT-ANGE: You know, my dear brother, I begin to have misgivings about the obscene plans for today. At twenty-six, and resolved to take pleasure only with my own sex, I ought to be better behaved, but my imagination is pricked the more. Tell me about your friend Dolmancé, before he arrives.

LE CHEVALIER: A little over thirty and six, tall, handsome, with a hint of the villain, and most philosophic.

MADAME DE SAINT-ANGE: And his fancies?

LE CHEVALIER: I think you know. He cares only for men.

MADAME DE SAINT-ANGE: Oh, my dear! Has he had you?

LE CHEVALIER: We've had our pleasures, but there's no need to belittle those with strange tastes, they are still as Nature meant.

MADAME DE SAINT-ANGE: Oh please, a few details!

LE CHEVALIER: They were naught beside the pleasures you offer, my dear.

MADAME DE SAINT-ANGE: Ah, what chivalry! Anyway, I intend to bring a virgin to the feast. Eugénie, a little thing of fifteen I met last autumn at the convent, a few lessons will do her good.

LE CHEVALIER: But her parents?

MADAME DE SAINT-ANGE: No fear! I have seduced her father. I own him! (She kisses her brother and strokes at his prick. The young man retires.)