Tuesday, November 9, 2010

Ο κ. Γοδεφρίδος κι εγώ IIΙ

Isolde and Tristan the Harper
by
Edmund Blair Leighton
~English painter~
(21 September 1853—1 September 1922)



Tristan Sharing the Love Potion with Isolde
by
John Duncan
(Scottish Symbolist Painter, 1866-1945)
Oil on canvas, 1912



Με τον κ. Γοδεφρίδο κάναμε μεγάλες και συναρπαστικές συζητήσεις, συνήθως πάνω από δυο αχνιστά φλυτζάνια, το περιεχόμενο των οποίων ήταν καυτό τσάι, που μοσχοβολούσε εξωτικά φρούτα και βανίλια, ερεθίζοντας τα ρουθούνια μας και κάνοντας τη σκέψη μας ζωηρή και τα λόγια μας να ρέουν παιχνιδίζοντας ανάλαφρα...
Αγαπημένο μας θέμα οι τραγικοί έρωτες της μυθολογίας και της ιστορίας και ο τρόπος που είχαν καταγραφεί στις αγαπημένες όπερες του κ. Γοδεφρίδου.

Ο κ. Γοδεφρίδος ήταν κατά βάθος μια ευαίσθητη και ρομαντική φύση. 
Τον συγκινούσαν οι ρομαντικοί έρωτες,  τον συνέπαιρναν τα μεγάλα και αδιέξοδα πάθη και λάτρευε, φυσικά,  τα μελοδράματα του κλασσικού μουσικού ρεπερτορίου!

Κάποιες φορές τον είχα δει - ή μήπως ήταν της φαντασίας μου; - να διαβάζει, βυθισμένος σε βαθιά περισυλλογή, κάποια παλιά, κιτρινισμένα γράμματα,  που τα κρατούσε φυλαγμένα σε ένα βαρύ, αριστοτεχνικά σκαλισμένο, ξύλινο κουτί με στιλπνή χρυσαφένια κλειδαριά... 
Κάποιος παλιός έρωτας, ίσως; Τα γράμματα μια παντρεμένης κυρίας, πιθανόν, που ενώ φλογιζόταν από πάθος για τον κ. Γοδεφρίδο,  στις επιστολές της διακριτικά απέκρουε τον έρωτά του και τού μιλούσε για αγνά, πλατωνικά αισθήματα, που θα τούς ένωναν για πάντα; 
Ή μήπως διάβαζε τα μικρά, ρομαντικά, κομψά και γεμάτα λυρισμό ποιήματα, που τού έγραφε η παιδική του φίλη και τα κρατούσε ακόμα κλειδωμένα σαν θησαυρό στο λεπτοδουλεμένο, ξύλινο κουτί του, αφού αυτή ήταν ο μεγάλος και ανεκπλήρωτος πόθος της ζωής του;
Η φαντασία μου κάλπαζε, βεβαίως,  και δεν θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς, μια και ο κ. Γοδεφρίδος ήταν το πλέον κατάλληλο άτομο για να εμπνεύσει τέτοιες οργιάζουσες σκέψεις.
Σήμερα το απομεσήμερο, μετά από ένα λιτό, αλλά απολαυστικό γεύμα, που αποτελείτο από πέστροφα στη σχάρα, σαλάτα από άγρια χόρτα, μήλο και ρόδι, που συνοδεύσαμε ιδανικά με λευκό, φρουτώδες κρασί, ο κ. Γοδεφρίδος πρότεινε να πιούμε τον καφέ μας στην βιβλιοθήκη.
"Μα, ναι! Περίφημη ιδέα", αναφώνησα χαμογελώντας. "Θα μάς συντροφεύει και η γλυκιά φωτιά του τζακιού!" πρόσθεσα ζωηρά...
"Ω, μα την αλήθεια! Δεν ήξερα πόσο πολύ σάς αρέσει η φωτιά, αγαπητή μου", μουρμούρισε ο κ. Γοδεφρίδος.
Η βιβλιοθήκη ήταν το αγαπημένο μου δωμάτιο. Βεβαίως και του κ. Γοδεφρίδου, δεν το συζητώ...
Περάσαμε στο μεγάλο δωμάτιο με τα πάμπολλα βιβλία, τα οποία ήταν τοποθετημένα σε απόλυτη θεματολογική και αρχειακή τάξη πάνω στα δρύινα ράφια, που κάλυπταν τους τρεις από τους τέσερεις τοίχους του δωματίου.
Πολύτιμα πορσελάνινα μπιμπελό, και μπρούτζινα, βαριά λαμπατέρ Βικτοριανής αισθητικής κοσμούσαν διακριτικά το επιβλητικό δωμάτιο. 
Η μυρωδιά του χαρτιού με συνεπήρε. Μέσα σ' αυτόν το χώρο, με τη συντροφιά κάποιου βιβλίου, έκανα τα πιο απίστευτα ταξίδια. Ταξίδια μοναδικής ομορφιάς και μαγείας, σε κόσμους ανεξερεύνητους, επικίνδυνους - αυτό το επέλεγα με μεγάλη ικανοποίηση - και παραμυθένιους.

Σταθήκαμε  μπροστά στο μαρμάρινο  τζάκι, με το λαξευμένο γείσο, που εκτεινόταν σε μια γλυπτή προμετωπίδα. Η παράσταση που απεικονιζόταν, μού δημιούργησε μια γλυκιά μελαγχολία.  Ένα ζευγάρι ερωτευμένων ξάπλωνε νωχελικά στις όχθες ενός ποταμού, κάτω από ψηλά δέντρα. Ο νέος άντρας αγκάλιαζε τρυφερά την κοπέλα, που χάιδευε με το γυμνό της χέρι τη δροσερή βλάστηση δίπλα της. Στο βάθος κάποιες άλλες φιγούρες είχαν στήσει κυκλικό χορό, ενώ κάποια βαριά σύννεφα προμήνυαν, ότι από στιγμή σε στιγμή θα ξεσπάσει καταιγίδα.  Οι ρόδινες και υπογάλαζες λάμψεις του μαρμάρου έκαναν αυτήν την παράσταση, πάνω από το τζάκι, να μοιάζει τόσο ζωντανή, που ήδη έβλεπα  τους δυο ανέμελους εραστές να πετάγονται απότομα από τη μεσημεριάτικη ραστώνη τους, και γελώντας δυνατά, να τρέχουν να βρουν καταφύγιο από την μπόρα, που είχε ήδη ξεσπάσει...
Άκουγα, μάλιστα και τον ρυθμικό ήχο από τις δυνατές σταγόνες της βροχής, καθώς και τα πνιχτά γελάκια της παρέας στο φόντο της παράστασης, καθώς έτρεχαν κι αυτοί βιαστικοί και μουσκεμένοι μέχρι το κόκκαλο.
Όσες φορές καθόμουν μπροστά στο παλιό μαρμάρινο τζάκι, με την ολοκόκκινη φωτιά του να τριζοβολά και να μού φλογίζει τα μάγουλα, κάρφωνα το βλέμμα στην σαγηνευτική, γλυπτή παράσταση κι ονειρευόμουν το ποτάμι με τα κρυστάλλινα, κελαρυστά νερά, τον γοητευτικό άντρα με την τρυφερή αγκαλιά, τα ψηλά δέντρα και τα απαλά θροΐσματα  τους. 
Πάντα έβαζα τον εαυτό μου σ' αυτήν την παράσταση και το πιο αγαπημένο μου σημείο ήταν όταν ξέσπαγε η νεροποντή και εγώ με τον καλό μου, εντελώς μουσκεμένοι, ανταλλάσσαμε παθιασμένα φιλιά κάτω από τα μαύρα, βαριά σύννεφα με το νερό να κυλάει από τα μαλλιά και τα ρούχα μας...

Με τον κ. Γοδεφρίδο καθίσαμε σε δυο βαθιές, αναπαυτικές, βελούδινες πολυθρόνας στο χρώμα του ρουμπινιού και σε λίγο η κ. Βέμπερ, μια ηλικιωμένη, ψιλόλιγνη γυναίκα, με ευγενικά χαρακτηριστικά, μάς σέρβιρε τον καφέ, με βουτήματα φρέσκου βουτύρου και σοκολάτας.
Απολάμβανα τον φρεσκοκομμένο, μυρωδάτο καφέ μου, μασουλώντας ένα γευστικότατο μπισκότο βουτύρου, όταν ο κ. Γοδεφρίδος σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς ένα ράφι, φορτωμένο βιβλία και ντοσιέ. Ψαχούλεψε για λίγο κι επέστρεψε κοντά μου μ' ένα θριαμβευτικό χαμόγελο, κρατώντας ένα παλιό χάρτινο φάκελλο.
Βυθίστηκε στην πολυθρόνα του, ρούφηξε μια γουλιά από τον καφέ του, έχοντας ταυτόχρονα το βλέμμα προσηλωμένο επάνω στον φάκελλο, μετά με κοίταξε αινιγματικά και με ένα αμυδρό χαμόγελο μού έτεινε τον φάκελλο.
Τον πήρα διστακτικά στα χέρια μου κι άρχισα να τον περιεργάζομαι, αμήχανα και με κάποια αβεβαιότητα,
μη μπορώντας να φανταστώ τι κρυβόταν μέσα και για ποιο λόγο μού τον έδωσε ο κ. Γοδεφρίδος.
"Εμπρός, λοιπόν! Ανοίξτε τον, αγαπητή μου", με παρότρυνε χαρούμενα ο συνομιλητής μου.
"Να...να...;" ,μουρμούρισα διστακτικά.
"Μα και βέβαια! Ελάτε, λοιπόν!", ζωήρεψε τον τόνο του ο κ. Γοδεφρίδος.
"Βέβαια, αφού το θέλετε...", είπα και άρχισα να λύνω τα μεταξωτά κορδελάκια, που κρατούσαν το φάκελλο ερμητικά κλεισμένο...
Όση ώρα κράτησε η διαδικασία αποκάλυψης του περιεχομένου η φαντασία μου κάλπαζε και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά! Μια περίεργη συγκίνηση ξεφύτρωσε, ενετλώς απρόσκλητη.
Τι να περιείχε ο φάκελλος;
Κάποιο συμβόλαιο της οικογένειας;
Κάποιο κιτρινισμένο γράμμα από μια παλιά αγάπη του κ Γοδεφρίδου, που ήθελε να το μοιραστεί μαζί μου και να βυθιστεί στις αναμνήσεις;
Μέσα σε μια μόνο στιγμή, το άνοιγμα αυτού του φακέλλου έγινε μια σιωπηλή και σπάνια ιεροτελεστία.
Η διαδικασία κράτησε ένα-δύο λεπτά, που μού φάνηκαν αιώνες.
Μήπως δεν ήθελα, κατά βάθος να ανοίξω τον φάκελλο;
Κι αν ξεπηδούσε από μέσα ένα ερωτικό δράμα του κ. Γοδεφρίδου;
Το ήθελα, άραγε, αυτό;
Μα, ακόμα κι αν αυτό συνέβαινε, πού ήταν το κακό; 
Εγώ δεν ήμουν λάτρις της λογοτεχνικής διάστασης της πραγματικότητας;
Εγώ δεν ήμουν, που έδινα ποιητικές διαστάσεις ακόμα και στα πιο τετριμμένα πράγματα;
Τώρα, λοιπόν, γιατί δίσταζα;
Έκλεισα σφιχτά τα μάτια και πολύ αργά άνοιξα το ντοσιέ, ενώ ο κ. Γοδεφρίδος μουρμούριζε κάτι γεμάτος κέφι και ζωηράδα.
"Μα, ελάτε, τώρα! Κάνετε σαν παιδί! Ανοίξτε τα μάτια και κοιτάξτε!", έλεγε με τη γάργαρη φωνή του.
Τελικά το αποφάσισα. Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα.
Και ιδού! Το πολύτιμο περιεχόμενο βρισκόταν μπροστά μου, στα χέρια μου!
Ένα παλιό χειρόγραφο, ξεφτισμένο στις άκρες, πολυκαιρισμένο, με τα χνάρια του χρόνου να έχουν αφήσει ανεξίτηλους λεκέδες επάνω στον αρμονικό γραφικό χαρακτήρα.
Σήκωσα το βλέμμα και κοίταξα τον κ. Γοδεφρίδο, που με παρατηρούσε προσεκτικά με μάτια που έλαμπαν και ένα πλατύ χαμόγελο θριάμβου!
"Λοιπόν, διαβάστε το! Διαβάστε τον τίτλο!", είπε ανυπόμονα.
Χάιδεψα απαλά το παλιό χειρόγραφο και γυρίζοντας την πρώτη σελίδα διάβασα:
"Tristan"
του
Gottfried von Straßburg.

Δεν πίστευα αυτό που έβλεπα... 
Ήταν δυνατόν;
Κάποιο αόρατο χέρι είχε απλώσει μια ασημένια αχλή στο δωμάτιο. Νόμιζα, ότι ζούσα σε ένα παραμύθι.
Κι όμως, ήταν εκεί στα χέρια μου, το κρατούσα...
"Ω! Μα την αλήθεια! Καταπληκτικό! Ένα τέλειο αντίγραφο! Μα πού το βρήκατε; Φαντάζομαι ότι είναι πολύ σπάνιο, σχεδόν όσο το πρωτότυπο!", αναφώνησα ενθουσιασμένη, καθώς γύριζα με ευλάβεια τις σελίδες του χειρογράφου!
"Πανέμορφο, μαγικό, υπέροχο, απίστευτο", έλεγα συνεπαρμένη...

Ο κ. Γοδεφρίδος σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και ήλθε κοντά μου. Στάθηκε στο πλάι μου και κι έσκυψε το πρόσωπο του κοντά στο αυτί μου ψιθυρίζοντας αργά, σχεδόν τελετουργικά τις λέξεις:
"Αγαπητή μου είναι το πρωτότυπο και είναι δικό σας! Είναι το δώρο μου για τα γενέθλιά σας! Έχετε γενέθλια αύριο! Μήπως το ξεχάσατε;"
Τα χέρια μου έτρεμαν από συγκίνηση1 Κρατούσα στα χέρια μου το πρωτότυπο χειρόγραφο του ρομαντικού μεσαιωνικού έργου "Τριστάνος" του Gottfried von Straßburg!
Τι ευτυχία, τι απρόσμενη ευτυχία!
Πετούσα από τη χαρά μου, χόρευα στα σύννεφα, έτρεχα στην όχθη του ποταμού μου, κυλιόμουν στην δροσερή χλόη του.
Ζούσα στην υπέροχη γλυπτή παράσταση, παρέα με τον κ. Γοδεφρίδο, που κρατούσε ένα πολύτιμο κλειδί και μού άνοιγε ένα ξεχασμένο σεντούκι γεμάτο θησαυρούς!

"Αλλά...",  άρχισα να αναρωτιέμαι ξαφνικά...

Μα πώς βρέθηκε στην κατοχή του κ. Γοδεφρίδου κάτι τόσο πολύτιμο και σπάνιο;  
Αλλά ίσως...   Γοδεφρίδος, Gottfried... Είχαν το ίδιο όνομα...
Μα πώς...;
Πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη, να κάνω κάποια ερώτηση, ακόμα συνεπαρμένη από το μοναδικό έργο που κρατούσα στα χέρια μου και με συγκεχυμένες σκέψεις, που στριμώχνονταν μέσα στο μυαλό μου, προσπαθώντας να μπουν σε κάποια σειρά, ο κ. Γοδεφρίδος διάλεξε ένα δίσκο και την επόμενη στιγμή, οι μαγικές νότες του Richard Wagner από την όπερα Tristan und Isolde, σε libretto βασισμένο στο ρομάντζο "Tristan" του Gottfried von Straßburg, πλημμύρισαν το δωμάτιο...

Συνεχίζεται...

Κάτια Ξ.
Νοέμβριος 2010

Χειρόγραφο από το ρομαντικό αριστούργημα
"Tristan" 
του  
Gottfried von Straßburg

Tuesday, November 2, 2010

Μεταφυσική Προοπτική

Πίνακας
του
Rosso Fiorentino
(Giovanni Battista di Jacopo)
Italian painter
(Born March 8, 1494, Florence, Italy-
died Nov. 14, 1540, Fontainebleau, France)

Musician Angel


Ανοίγω τα παράθυρα
να βάλω μέσα στο σπίτι
αυτό το φως που γλυκοπαίζει άρπα
κάθε ξημέρωμα
με μεταξένια δάχτυλα.
Τραβώ και τις βαριές κουρτίνες
τις φορτωμένες σκόνη κι αναμνήσεις.

Θέλω να αγγίξω τα βαθυπράσινα φύλλα της οξιάς
που όλο και σαλεύει στον θλιμμένο κήπο
όλο και γέρνει τα βράδια κουρασμένη
θροΐζοντας μελαγχολικά
στο χάιδεμα του ανέμου.

Μα η ανέμη σκοτεινού παραμυθιού
τυλίγει δίχτυα και ιστούς
γύρο απ' τον κήπο

Χαράζει χνάρια ζοφερά ο χρόνος
στο πέτρινο της λήθης μονοπάτι
οι δείκτες του παλιού ρολογιού
ακινητοποιημένοι
σε κάποια διφορούμενη μεταφυσική προοπτική
και το βιολί ξεκούρδιστο πλάι στα εφιαλτικά τοπία
του αγαπημένου μου σουρεαλιστικού πίνακα
που ξεχύνεται τις νύχτες στις ενύπνιες μεταλλάξεις μου.

Ο κήπος μου!
Γέμισε αγάλματα, λαβύρινθους, στοές!
Και οι κουρτίνες μένουν ερμητικά κλεισμένες
όσο  αρνούνται τα παράθυρα 
να παίξουν με το φως.

Κάτια Ξ.
Οκτώβριος 2010


Tuesday, August 24, 2010

Σκύλλα και Χάρυβδις

Πίνακας του
Henry Fuseli
(Johann Heinrich Füssli)

(Born Feb. 7, 1741, Zürich, Switzerland-
died April 16, 1825, Putney Hill, London, England)

Odysseus facing the choice between Scylla and Charybdis



Τα μαγικά φίλτρα του έρωτα
επόθησεν ο Γλαύκος
μα η Κίρκη τού εδώρισε
τα δηλητήρια του πόθου και της ζήλιας

Εις μάτην τα δάκρυα της Σκύλλας
Πανώρια νύμφη το ένδυμα του σκότους να ενδυθεί
Δεν το επόθησε ποτέ
Ούτε στον πλέον ζοφερό της εφιάλτη το ελογίσθη

Τώρα το λουστρινένιο δέρμα με λέπια φρίκης
Έχει καλυφθεί
Και οι χρυσαφένιοι βόστρυχοι σε άγριες τέρατος κεφαλές
Είναι ποιημένοι.

Και η νύμφη η ζηλεμένη,
Θύμα του έρωτα, του πόθου και του φθόνου,
Αντίκρυ από την Χάρυβδη
Τα πέλαγα βιγλίζει  
Φόβος και τρόμος του Οδυσσέα
Και των περιπλανώμενων του κόσμου ετούτου
Πίνοντας μόνη τα καυτά τα δάκρυά της
Τι, ό,τι αγάπησε πολύ,
Με τα τρομακτικά σαγόνια της συντρίβει.

Κι αν κατά μοίρα θεϊκή, θνητός αλώβητος τύχει και προσπεράσει
Στην άλλη σύντροφο της συμφοράς
Την Χάρυβδη τον στέλνει.

Κάτια Α. Ξ.
Αύγουστος 2010

Odysseus shipwrecked. After meeting Charybdis
Drawing by Bonaventura Genelli

Monday, August 16, 2010

The Monster

Η retrospectiva μου συνεχίζεται με ένα γραπτό μου του 2008.
Οι αναγωγές στο "Τέρας" είναι απολύτως προσωπικές. Και αλίμονο, δηλαδή, αν δεν ήταν...

'Εργα
του
Hans Rudolf "Ruedi" Giger



Το ατσάλινο τέρας βοά
κουλουριάζεται
απλώνεται
τυλίγεται
σέρνεται
συρίζει
ουρλιάζει
βρυχάται
σπέρνει χάος
γκρεμίζοντας
τις πύλες της κολάσεως
βογκώντας
ανοίγει δρόμους
στον βαλσαμωμένο χρόνο
με τα σιδερένια του πλοκάμια
ρουφώντας αίμα και οξύ

Βυθίζει τις κρύες, μεταλλικές του αρθρώσεις
γεμάτες αγκάθια και σκουριά
σε μαλακά, καυτά
σπλάχνα
ερεθισμένο
εξακοντίζοντας
διέγερση αναπόδραστου σύμπαντος
των cyber μηχανών

Βγάζει καρφιά και λάμες
Σκίζει τις λάμ ι ες
με δόντια από πλουτώνιο
και υδράργυρο

Τα αυγά του εκκολάπτει
σε φορμόλη και παγωμένο αίμα

Το σιδερένιο ανοσιούργημα
των ονειρώξεων του Γαλαξία Γάμα
γεννά κεφάλια μέδουσας
γοργόνεια κι εφιάλτες

Ηδονικές κραυγές
και πόθου οιμωγές
σαρώνουν τη ραδιενεργό σκόνη
λιώνουν βαθιά στης γης
την άνομη τη μήτρα

Ξερνάει το τέρας
τρόμο και ατσάλι
καθώς στον αδηφάγο κόλπο
του αιμάσσοντος πυρήνα
της σπαραγμένης Κίρκης
βυθίζει τον φαλλό
σε δηλητηριώδη στύση

Εκχύνοντας
σπέρμα
φονικό
ηλεκτροφόρο...

Katia X. 2008

Sunday, August 15, 2010

Ούλη Κόμη

Πίνακας του
Sandro Botticelli
(Alessandro di Mariano di Vanni Filipepi)

(Born 1445, Florence [Italy],
Died May 17, 1510, Florence)

Primavera or Allegory of Spring
1482
Tempera on panel
Uffizi, Museum, Florence


Ένα "παλιό" ποίημά μου, της περιόδου που ονομάζω "αγωνιώδη".
Το αγαπώ πολύ και μού αρέσει από καιρού εις καιρόν να το επαναφέρω...

Σημ. Ούλη κόμη=σγουρά μαλλιά

Αποδυναμωμένη κουλτούρα
Σε βάθος σουρεαλιστικού πίνακα
Δεν πίστευα σ’ αυτό το τέλος
Της αδέκαστης σκέψης
Πριν από σένα ήμουνα γκρεμός
Στα χείλια της απροσπέλαστης
Επαναστατικότητας
Μαζί με σένα
Διαλεχτικά φιλολογικά εξασέλιδα
Σε ηλιόλουστες αίθουσες
Και τοπία ανεξερεύνητα

Αγώνας ασθμαίνων

Μακριά σου έβλεπα τη θάλασσα
Χωρίς ελπίδα
Αντανακλαστικού φωτός
Στο ferry άδεια μνήμη

Μακριά από κει
Εδώ κοντά
Κοντά σου
Απελπισία
Άσκοπη αναζήτηση
Δεν με βρήκες
Το ήξερα
Γαλάζια κύματα στο μυαλό σου
Απουσία μονιμότητας
Και μονιμότητα απουσίας
Αδιάφορο αν πονάω
Προσωρινά μόνο

Θορυβώδικα ιδανικά
Ραντίζουν τις απενεργοποιημένες σου
Διαλείψεις.

Ούλη κόμη καθ’ όλου ευκινησία
Και νευρώδικη ιδιοσυγκρασία
Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος
Που απουσιάζει
Υγρό κύμα
Που σφαδάζει
Καθώς μιλάς για πεμπτουσίες
Κι εγώ για διάτρητους ορίζοντες

Γελούσες
Παιδιάστικοι ελιγμοί
Το πιστεύεις;
Κίτρινα τα μάτια σου ΤΟΤΕ
Πέτρινα τα μάτια σου ΤΩΡΑ
Αδιαπέραστο κάλεσμα
ΤΩΡΑ
Θέλω να τα ρουφήξω
Με μια ανάσα χωρίς επιστροφή
ΤΩΡΑ
Και δεν μπορώ
ΤΩΡΑ ΠΙΑ.

2004 © Κάτια Ξ.

Friday, August 13, 2010

ΟΙ Ποιητές στο Boudoir-Stéphane Mallarmé

Édouard Manet:Portrait of Stéphane Mallarmé, 1876



Nicolas Lancret
La Camargo dancing



Από το βιβλίο του Paul Verlain
Les Poètes Maudites (Οι Καταραμένοι Ποιητές)

ΑΙΤΗΜΑ
του
Stéphane Mallarmé

Από καιρό ονειρευόμουν να 'μαι, ω Δούκισσα,
Η Ήβη που γελά στο τάσι σου, στο φίλημα των χειλιών σου.

Μα είμαι ποιητής, κάτι λιγότερο από αβάς,
Κι ως τώρα η μορφή μου δεν κόσμησε πορσελάνη.

Αφού δεν είμαι το σγουρόμαλλο σκυλάκι σου,
Ούτε οι καραμέλες, η άλικη πούδρα σου, τα μάτια σου που ξεγελούν

Και που ωστόσο πάνω μου ρίχνουνε τη ματιά τους,
Ξανθιά εσύ που οι θείοι κομμωτές σου οι χρυσοχόοι είναι,

Ονόμασέ με...εσύ που τα άλικα χαμόγελά σου
Είναι κοπάδι πάλλευκο από ήμερα αρνιά
Που βόσκησαν στις καρδιές βελάζοντας εκστατικά,

Ονόμασέ με...κι ο Μπουσέ σε μια βεντάλια ρόδινη
Με φλογέρα στα χέρια θα με φτιάξει τη στάνη μου να κοιμίζω,

Δούκισσα, ονόμασέ με βοσκό των χαμογέλιων σου.

Ε, τι ανεκτίμητο λουλούδι του θερμοκηπίου!
Που το έδρεψαν με τι όμορφο τρόπο! Με το τόσο
δυνατό χέρι του αρχιτεχνίτη που έπλασέ το.

Εκδόσεις: Αιγόκερως
Μετάφραση: Αλέξης Ζήρας
Τίτλος πρωτοτύπου: Les Poètes Maudites

Sunday, August 8, 2010

Ο κ. Γοδεφρίδος κι εγώ II


Πίνακας
του
John Everett
Millais

English Pre-Raphaelite painter & illustrator

(Βorn June 8 1829- died August 13 1896)

A Beauty




Ο κ. Γοδεφρίδος πρέπει να έκανε έναν ύπνο βαθύ και ήρεμο εκείνη τη νύχτα, γιατί την επόμενη μέρα ξύπνησε φρέσκος και κεφάτος. Τον άκουσα, ενώ έπαιρνε το μπάνιο του, να τραγουδά με την στεντόρεια φωνή του την Madamina, προσπαθώντας να είναι ένας αξιοπρεπής Leporello.
Δύο ήταν οι αγαπημένες όπερες του κ. Γοδεφρίδου, τις οποίες άκουγε με τις ώρες τα φθινοπωρινά και χειμωνιάτικα απογεύματα. Don Giovanni και Andrea Chénier. 
Μάλιστα, κουνούσε έντονα τα χέρια του δεξιά κι αριστερά, σαν να διηύθυνε μια φανταστική ορχήστρα, ενώ έγερνε ταυτόχρονα το κεφάλι του στο πλάι, έχοντας τα μάτια κλειστά και ταξιδεύοντας νοερά, ποιός ξέρει πού... Συχνά οι κινήσεις του γίνονταν ιδιαίτερα έντονες, εναρμονιζόμενες με τις εξάρσεις της μουσικής!
Τις ανοιξιάτικες και καλοκαιρινές βραδιές, πάλι,  προτιμούσε να ακούει και να σιγομουρμουρίζει μερικές σονάτες του Chopin και τα Βραδεμβούργια κονσέρτα του Bach. 
Πάντα με κλειστά μάτια, λύγιζε κάνοντας το σώμα του να κυματίζει πέρα-δώθε, σαν να είχε αφήσει τα κύματα της μουσικής θάλασσας να τον παρασύρουν σε κάποιο μαγικό νησί!

Α! Όλα κι όλα! Ο κ. Γοδεφρίδος είχε ανεπτυγμένο μουσικό κριτήριο. Και η αισθητική του ήταν ιδιαίτερα υψηλή, θα μπορούσα να πω...
Ήμουν στην ευρύχωρη, φωτεινή κουζίνα και τακτοποιούσα τα καλογυαλισμένα, μπακιρένια σκεύη, που κρέμονταν πάνω από τον πάγκο, ενώ στην φωτιά έβραζα νερό για το τσάι. 

Υπήρξαν κάποια λεπτά απόλυτης σιωπής στο σπίτι, καθώς ο κ. Γοδεφρίδος είχε σταματήσει να τραγουδά. Θα είχε γυρίσει στην κρεβατοκάμαρά του να ντυθεί, ασφαλώς.
Εισέπνευσα με ευχαρίστηση τη ζεστασιά της κουζίνας και απόλαυσα τη γλυκιά ησυχία. Οι μόνοι θόρυβοι ήταν τα κούτσουρα, που τριζοβολούσαν στο τζάκι και το κροτάλισμα από τις φίνες πορσελάνες Βοημίας με τα λεπτά χρυσοδουλεμένα φινιρίσματα, καθώς τις τοποθετούσα στο τραπέζι για το σερβίρισμα του τσαγιού.

Ο κ. Γοδεφρίδος αγαπούσε τα όμορφα γεμάτα φινέτσα αντικείμενα. Έλεγε, ότι τον γέμιζαν με  κάποιου είδους προσωρινή ευτυχία!
Το φρυγανισμένο ψωμί άχνιζε και μοσχοβολούσε, σερβιρισμένο ήδη μέσα στην πιατέλα, ενώ ολόφρεσκο βούτυρο, μαρμελάδα από μούρα και κατσικίσιο τυρί ανέδιναν ήδη γαργαλιστικές ευωδίες.
"Πολύ ωραία, πολύ ωραία, αγαπητή μου! Ξυπνήσατε νωρίς, βλέπω! 
Όλα έτοιμα και όλα στην ώρα τους!"
Ο κ. Γοδεφρίδος είχε κάνει μια θορυβώδη και χαρούμενη είσοδο στην κουζίνα, φέρνοντας ένα δροσερό αέρα από ακριβή κολόνια και ταμπάκο!
Κάπνιζε τον μυρωδάτο καπνό του μόνο στο δωμάτιό του ή στο γραφείο του και μόνο με τα παράθυρα ανοιχτά!
"Καλημέρα. Το τσάι είναι έτοιμο", είπα σερβίροντάς τον.
"Λοιπόν, πώς κοιμηθήκατε;", ρώτησε με ενδιαφέρον ο κ. Γοδεφρίδος, 
ρουφώντας μια μεγάλη γουλιά καυτό τσάι.
"Ελαφρά", απάντησα, ενώ καθόμουν απέναντί του για να πιω το ρόφημά μου.
Πράγματι, μετά τα μεσάνυχτα είχε αρχίσει να φυσάει δυνατά. 
Σταμάτησε η χιονόπτωση, αλλά όλη τη νύχτα τα κλαδιά των δέντρων χτυπούσαν με μανία στα παράθυρα, 
σαν να ήθελαν, θαρρείς, να εισβάλλουν μέσα στο δωμάτιο, κάνοντας τα παλιά ξύλινα παντζούρια με τους μεντεσέδες να τρίζουν απαίσια.

"Ω! Εγώ κοιμήθηκα σαν πουλάκι, σαν πουλάκι, μα την αλήθεια! Αλλά, αν δεν με απατά η μνήμη μου, εχτές το βράδυ έπεσε στην αντίληψή μου, ότι θέλατε να συνεχίσουμε τη μικρή μας κουβεντούλα! Τι λέτε; Δεν είναι καλύτερα να συνεχίσουμε τώρα, με το φως της ημέρας;"
"Με το φως της ημέρας...", επανέλαβα λίγο αφηρημένα...
"Μα, ναι, φυσικά! Ας την συνεχίσουμε, λοιπόν, πίνοντας το τσάι μας. Συμφωνείτε, αγαπητή μου;",  με ρώτησε χαμογελαστά ο κ. Γοδεφρίδος.

Συνεχίζεται....

Κ. Α. Ξ. 2010