Showing posts with label wild forest. Show all posts
Showing posts with label wild forest. Show all posts

Sunday, May 6, 2012

La Belle Dame sans Merci

Paintings titled:
"La Belle Dame sans Merci" (The beautiful lady without Mercy),
inspired by the poem of John Keats: 

John William Waterhouse


Frank Cadogan Cowper

Εύμορφη, χωρίς έλεος κυρά
τα μάγια λύσε,
απ΄τα χρυσά σου τα μαλλιά
τους δηλητηριώδεις κισσούς
στέρξε να ξεμπλέξεις.

Τα βρύα και τ' αγριόχορτα
με τα κρινένια δάχτυλά σου
απομάκρυνε
κι έτσι τα συννεφένια μάτια σου
να λάμψουν στο λυκόφως.

Τ' αλύγιστα κλαδιά
με τα αλύπητα αγκάθια
παραμέρισε μ' ένα σου αέρινο νεύμα
να δεις τα χωρίς οίκτο έργα σου.

Μπούκλες χλωμές, γερμένες
σε αλαβάστρινο παλικαριού μέτωπο
σωπαίνουν και κοιμούνται
μαζί μ' εκείνον
θωπεύοντας τα σφαλιστά του μάτια.

Ύπνος και λήθαργος βαθύς
όμοιος με αδελφό του Μορφέα,
μαζί με γητειές και μυρωμένα βότανα,
τα μέλη του υποτάσσει
και σε αγκάθινο λαβύρινθο
ολοένα τον τυλίγει
ραντίζοντας τον ροδοπέταλα
και νούφαρα της λίμνης
βάζοντας για προσκέφαλό του.

Της λήθης η πλούσια χλόη 
θα σε τυλίξει. χλωμέ ιππότη,
 με της πρώτης βροχής τις ροδοστάλες
καθώς εσύ σε όνειρα κι ελώδεις βάλτους
την άκαρδη κυρά θα ψάχνεις.

 Κάτια
Μάιος 2012


Walter Crane 


Arthur Hughes


Henry Meynell Rheam

Sir William Russell Flint

Frank Dicksee

Wednesday, February 22, 2012

Στη Σιωπή της Νύχτας

Πίνακες
του
Carlos Schwabe
( July 21, 1866 – 1926 )
German Symbolist painter


The Inner Silence



Ελάτε υφάδια της νύχτας
ν' απλώσετε τα πέπλα σας
επάνω στην αγάπη μου.

Ρόδινα στεφάνια
πλεγμένα στο σμαραγδένιο δάσος
για τα μαλλιά του
γιρλάντες από του κισσού τα φύλλα
κι αγριοάγκαθα χρυσά
με τρεις σταγόνες αίμα στις άκρες τους
για το λαιμό του.

Τρυπήθηκε το δάχτυλό μου
και το άλικο μου έτρεξε καυτό,
μα εκείνος με το δικό του θα το σμίξει
σε δώμα μυστικό και απροσπέλαστο
απ' της Κλωθούς το αγριεμένο μάτι,
καθώς το αδράχτι ρυθμικά θα πλέκει
σεντέφι από μεταξωτά μαλλιά
μπροκάρ, δαντέλες και βελούδα
για της αγάπης μας την εαρινή παστάδα.

Γιαυτό καλώ σε, νύχτα
με τη λευκή σου κουκουβάγια
χαρίσου σαν ευγενική και μεγαλόψυχη κυρά
ν' απλώσεις τους αόρατους μανδύες σου
επάνω στον καλό μου
αθέατος να γίνει
όταν κινήσει στεφανωμένος
με του κισσού τα φύλλα,
τα νούφαρά μου και τ' αγκάθια μου,
να 'ρθει να μ' ανταμώσει
στου κάστρου μου 
τον πιο ψηλό τον πύργο.

Lorelei
February 2012



Pelleas and Melisande




Sunday, August 8, 2010

Ο κ. Γοδεφρίδος κι εγώ II


Πίνακας
του
John Everett
Millais

English Pre-Raphaelite painter & illustrator

(Βorn June 8 1829- died August 13 1896)

A Beauty




Ο κ. Γοδεφρίδος πρέπει να έκανε έναν ύπνο βαθύ και ήρεμο εκείνη τη νύχτα, γιατί την επόμενη μέρα ξύπνησε φρέσκος και κεφάτος. Τον άκουσα, ενώ έπαιρνε το μπάνιο του, να τραγουδά με την στεντόρεια φωνή του την Madamina, προσπαθώντας να είναι ένας αξιοπρεπής Leporello.
Δύο ήταν οι αγαπημένες όπερες του κ. Γοδεφρίδου, τις οποίες άκουγε με τις ώρες τα φθινοπωρινά και χειμωνιάτικα απογεύματα. Don Giovanni και Andrea Chénier. 
Μάλιστα, κουνούσε έντονα τα χέρια του δεξιά κι αριστερά, σαν να διηύθυνε μια φανταστική ορχήστρα, ενώ έγερνε ταυτόχρονα το κεφάλι του στο πλάι, έχοντας τα μάτια κλειστά και ταξιδεύοντας νοερά, ποιός ξέρει πού... Συχνά οι κινήσεις του γίνονταν ιδιαίτερα έντονες, εναρμονιζόμενες με τις εξάρσεις της μουσικής!
Τις ανοιξιάτικες και καλοκαιρινές βραδιές, πάλι,  προτιμούσε να ακούει και να σιγομουρμουρίζει μερικές σονάτες του Chopin και τα Βραδεμβούργια κονσέρτα του Bach. 
Πάντα με κλειστά μάτια, λύγιζε κάνοντας το σώμα του να κυματίζει πέρα-δώθε, σαν να είχε αφήσει τα κύματα της μουσικής θάλασσας να τον παρασύρουν σε κάποιο μαγικό νησί!

Α! Όλα κι όλα! Ο κ. Γοδεφρίδος είχε ανεπτυγμένο μουσικό κριτήριο. Και η αισθητική του ήταν ιδιαίτερα υψηλή, θα μπορούσα να πω...
Ήμουν στην ευρύχωρη, φωτεινή κουζίνα και τακτοποιούσα τα καλογυαλισμένα, μπακιρένια σκεύη, που κρέμονταν πάνω από τον πάγκο, ενώ στην φωτιά έβραζα νερό για το τσάι. 

Υπήρξαν κάποια λεπτά απόλυτης σιωπής στο σπίτι, καθώς ο κ. Γοδεφρίδος είχε σταματήσει να τραγουδά. Θα είχε γυρίσει στην κρεβατοκάμαρά του να ντυθεί, ασφαλώς.
Εισέπνευσα με ευχαρίστηση τη ζεστασιά της κουζίνας και απόλαυσα τη γλυκιά ησυχία. Οι μόνοι θόρυβοι ήταν τα κούτσουρα, που τριζοβολούσαν στο τζάκι και το κροτάλισμα από τις φίνες πορσελάνες Βοημίας με τα λεπτά χρυσοδουλεμένα φινιρίσματα, καθώς τις τοποθετούσα στο τραπέζι για το σερβίρισμα του τσαγιού.

Ο κ. Γοδεφρίδος αγαπούσε τα όμορφα γεμάτα φινέτσα αντικείμενα. Έλεγε, ότι τον γέμιζαν με  κάποιου είδους προσωρινή ευτυχία!
Το φρυγανισμένο ψωμί άχνιζε και μοσχοβολούσε, σερβιρισμένο ήδη μέσα στην πιατέλα, ενώ ολόφρεσκο βούτυρο, μαρμελάδα από μούρα και κατσικίσιο τυρί ανέδιναν ήδη γαργαλιστικές ευωδίες.
"Πολύ ωραία, πολύ ωραία, αγαπητή μου! Ξυπνήσατε νωρίς, βλέπω! 
Όλα έτοιμα και όλα στην ώρα τους!"
Ο κ. Γοδεφρίδος είχε κάνει μια θορυβώδη και χαρούμενη είσοδο στην κουζίνα, φέρνοντας ένα δροσερό αέρα από ακριβή κολόνια και ταμπάκο!
Κάπνιζε τον μυρωδάτο καπνό του μόνο στο δωμάτιό του ή στο γραφείο του και μόνο με τα παράθυρα ανοιχτά!
"Καλημέρα. Το τσάι είναι έτοιμο", είπα σερβίροντάς τον.
"Λοιπόν, πώς κοιμηθήκατε;", ρώτησε με ενδιαφέρον ο κ. Γοδεφρίδος, 
ρουφώντας μια μεγάλη γουλιά καυτό τσάι.
"Ελαφρά", απάντησα, ενώ καθόμουν απέναντί του για να πιω το ρόφημά μου.
Πράγματι, μετά τα μεσάνυχτα είχε αρχίσει να φυσάει δυνατά. 
Σταμάτησε η χιονόπτωση, αλλά όλη τη νύχτα τα κλαδιά των δέντρων χτυπούσαν με μανία στα παράθυρα, 
σαν να ήθελαν, θαρρείς, να εισβάλλουν μέσα στο δωμάτιο, κάνοντας τα παλιά ξύλινα παντζούρια με τους μεντεσέδες να τρίζουν απαίσια.

"Ω! Εγώ κοιμήθηκα σαν πουλάκι, σαν πουλάκι, μα την αλήθεια! Αλλά, αν δεν με απατά η μνήμη μου, εχτές το βράδυ έπεσε στην αντίληψή μου, ότι θέλατε να συνεχίσουμε τη μικρή μας κουβεντούλα! Τι λέτε; Δεν είναι καλύτερα να συνεχίσουμε τώρα, με το φως της ημέρας;"
"Με το φως της ημέρας...", επανέλαβα λίγο αφηρημένα...
"Μα, ναι, φυσικά! Ας την συνεχίσουμε, λοιπόν, πίνοντας το τσάι μας. Συμφωνείτε, αγαπητή μου;",  με ρώτησε χαμογελαστά ο κ. Γοδεφρίδος.

Συνεχίζεται....

Κ. Α. Ξ. 2010

Wednesday, June 9, 2010

Ο κ. Γοδεφρίδος κι εγώ I

Πίνακας του
John William Waterhouse
English Pre-Raphaelite Painter
(1849 - 1917)


Ophelia


Μέρος 1ον.

"Αστειότητες, αγαπητή μου", είπε ο κ. Γοδεφρίδος κι ελαφροπατώντας, βγήκε από το δωμάτιο, κλείνοντας πίσω του απαλά την πόρτα, χωρίς να σταθεί ν' ακούσει έστω και μια λέξη μου.
Πήγα προς το παράθυρο, αφήνοντας έναν αναστεναγμό, όλο παράπονο, αλλά χαμογέλασα μόλις αντίκρισα τις χαρούμενες νιφάδες του χιονιού, που στροβιλίζονταν σιωπηλά και ξέγνοιαστα πριν πέσουν προσεκτικά στο αφράτο, λευκό στρώμα, που είχε απλωθεί έξω...
"Ω, φίλε μου", είπα στον απόντα κ. Γοδεφρίδο, -τού χρωστούσα την απάντηση!- "όλα είναι υπέροχα, όσο είναι αστειότητες, όπως τα αποκαλείτε! Μα τι γίνεται όταν πάψουν να είναι αστεία, ούτως ειπείν; Και τώρα, μα την αλήθεια, πολύ φοβούμαι, ότι έχουν πάψει..."
Το σκοτάδι άρχισε να απλώνεται στον μακρινό ορίζοντα, ενώ στο τζάκι, μια δυνατή κατακόκκινη φωτιά τριζοβολούσε παιχνιδιάρικα...

Συνεχίζεται...

Κάτια Α. Ξ. 2010

Friday, June 19, 2009

Το Κρυστάλλινο Πουλί

Κάτι πολύ παλιό μου, που με γεμίζει νοσταλγία...

Στα ηχεία μας σήμερα:
Igor Stravinsky
Firebird

Πίνακας του
Arthur Hughes
Pre-Raphaelite Painter,
(27 January 1832 – 22 December 1915)



The Property Room



Η νύχτα ήταν βαριά, ασήκωτη.
Οι μουσκεμένες αναλαμπές του μυαλού μου βουτούσαν στο σκοτάδι, προσπαθούσαν να το δαμάσουν, αλλά αυτό ορθωνόταν με απίστευτη αγριότητα, κρατώντας φιδίσια μαστίγια και με απειλούσε με πλήρη καθυπόταξη.
Ξεκίνησα να τρέχω.
Μπροστά μου ορθώθηκαν θόλοι από γρανίτη και κίτρινο αδάμαντα, με τόση πρισματική αρμονία και με τόσες εκτυφλωτικές λάμψεις, που αναγκάστηκα να κλείσω τα μάτια.
Μέσα από τα μισόκλειστα βλέφαρα διέκρινα μια αχνή σκιά.
Μού έτεινε ένα χέρι. Ήταν ένα χέρι πελώριο, κρατούσε ένα χάρτη κιτρινισμένο, παλιοκαιρίτικο.
Άνοιξα πάλι τα μάτια, είχαν χαθεί γρανίτες και αδάμαντες από τους ορίζοντες του οπτικού μου πεδίου, που φαινόταν να είχε στενέψει τόσο πολύ που είχε μετατραπεί σε μια ατέλειωτα υποφωτισμένη σήραγγα.
Το χέρι με δελέαζε με κινήσεις υπνωτιστικές.
Σαν χαμένη και με το μυαλό να με διατάζει να ακολουθήσω το χέρι μπήκα στην σήραγγα.
Αναμμένα δαδιά σιγόκαιγαν και στις δύο πλευρές της στοάς και καθώς περνούσα σιμά τους, έσκυβαν αργά προς το μέρος μου μουρμουρίζοντας:
«Συγγνώμη, νεκρός, παγίδα, ..» κι άλλες χιλιάδες λέξεις που δεν προλάβαινα να τις απορροφήσω πλήρως καθώς η μια γεννιόταν στον απόηχο της άλλης κι όλες μαζί βογγούσαν με ήχους της αποκάλυψης.
Η σήραγγα φάνταζε ατέλειωτη, άρχιζα να κουράζομαι, να φοβάμαι, όταν το χέρι σταμάτησε απότομα και έστρεψε το χάρτη προς μια δάδα.
«Θα καεί», φώναξα με μια φωνή που φάνηκε να ακούω μόνο εγώ, καθώς ήχος δεν βγήκε και οι δάδες συνέχιζαν το αέναο λεξιπλέξιμό τους.
Ο χάρτης πήρε φωτιά, μια πύρινη γλώσσα γαλάζια στην αρχή και μετά κατακόκκινη, ξεπετάχτηκε σαν φοβέρα αλλά και σαν γλυκιά υπόσχεση, έγινε ένα πανέμορφο παρανάλωμα, εκεί μπροστά στα πόδια μου κι εγώ κάθισα κάτω, κι άρχισα να κλαίω βουβά, καθώς ούτε χέρι πια έβλεπα, ούτε έξοδο, ούτε κάτι που να μπορούσα να το θεωρήσω αρκετά ζωντανό, ώστε να με βοηθήσει να βρω το δρόμο της επιστροφής.

Έπρεπε να έμεινα εκεί ώρες πολλές και μάλλον απόκαμα κι ίσως με πήρε ο γλυκός μορφέας στην κάμαρά του, να με ανακουφίσει για κάμποση ώρα, όταν μια τσιριχτή φωνούλα έκραξε μες τ’ αυτί μου : «Έλα!»
Ξύπνησα αλαφιασμένη, η στοά είχε σκοτεινιάσει εντελώς και οι δάδες είχαν υποκύψει στο μοιραίο.
Δεν σιγόκαιγαν πια τις παράδοξες λέξεις τους, μόνο δάκρυζαν, και το δάπεδο της στοάς είχε γεμίσει από γαλαζοπράσινα δάκρυα, που δημιουργούσαν λεπτόχρωμα κρύσταλλα και γλιστρούσαν σαν κόλαση.
Γλίστρησα στο πρώτο βήμα μου προσπαθώντας να υπακούσω σε κείνο το «έλα».
Νόμισα πως κατρακύλησα ώρα πολλή, και τα κρύσταλλα μ’ ακολουθούσαν,
πραγματικά κατρακυλούσαν κι αυτά μαζί μου, πλέκοντας γύρο μου έναν αστραφτερό και διάφανο ιστό.
Μ’ έριξαν μαλακά σ’ ένα πολύ μικρό δωμάτιο, όλο καμωμένο από λέπια και ουρές σαύρας.
Πράσινο, γλοιώδες και αποκρουστικά σαγηνευτικό.

Μόλις έπεσα στο δάπεδο, που φαινόταν να μετακινείται συνεχώς τα κρύσταλλα όλα ορθώθηκαν μπροστά μου και σχημάτισαν μια καλοφτιαγμένη φιγούρα ενός πουλιού.
Το κρυσταλλένιο πουλί πήρε το χρώμα του εβένου και οι ανοιγμένες φτερούγες
το χρώμα του αχάτη.
Το ράμφος είχε το χρώμα του αιματίτη.
Το πουλί μού έγνεψε.
Σκαρφάλωσα στην ράχη του.
Δεν ήταν σκληρή ούτε κρύα, μα απίστευτα θερμή και μαλακιά.
Οι ουρές σαύρας ξεκίνησαν να σαλεύουν απειλητικά, άρχισαν να τεντώνονται, να εκτοξεύονται, άγγιξαν τα γυμνά μου πόδια, τυλίχτηκαν στους αστραγάλους, ανέβηκαν ψηλότερα στα γόνατα, με τραβούσαν με δαιμονική μανία.
Τα λέπια έστησαν χορό μετακινώντας το πάτωμα και τους τοίχους που πια είχαν πάρει το σχήμα στόματος ορθάνοιχτου και βρυχώνταν ακατάληπτους ήχους.
«Κράτα με». Είπε το μαύρο πουλί!
«Σε κρατάω»! Είπα και σφίχτηκα πάνω στις εβένινες φτερούγες, που είχαν ανοίξει και ξερνούσαν μολύβι και κομμάτια γρανίτη, με τόση ταχύτητα και δύναμη, που οι ουρές άρχισαν να αιμορραγούν και να τρυπώνουν η μια κάτω απ’ την άλλη φτύνοντας απειλές και κατάρες.
Λούφαξαν οι σαύρες κι άνοιξαν χώρο τα λέπια και το μαύρο πουλί με τα εβένινα φτερά πέταξε ανάμεσά τους και εκτινάχτηκε ψηλά στον ουρανό.

Μα δεν ήταν ουρανός αυτός, ήταν ένα παράξενος βαθυγάλαζος θόλος, με χιλιάδες κεντίδια από χρώματα και αστραπές.
Στο κέντρο του θόλου μία υπέροχη σύνθεση από περίτεχνα vitraux, αναπαριστούσε μια θυσία.
Κοίταζα μαγεμένη. Δεν χωρούσε ο νους τέτοια ομορφιά, τέτοια αρμονία, τέτοια πανδαισία χρωμάτων.
Ποιά θεϊκή παλέτα είχε γεννήσει αυτή τη δημιουργία;
Ποια λατρεία είχε εμφυσήσει στον δημιουργό αυτού του αριστουργήματος
την αποθέωση της τέχνης;
Τόσο συνεπαρμένη ήμουν που είπα στο πουλί: «Θέλω να πάω κοντά, θέλω να δω!»
«Όχι, δεν μπορείς»
«Γιατί όχι;»
«Δεν θα αντέξεις, θα χαθείς…»
«Δεν πειράζει, αρκεί που θα δω»
Το πουλί δάκρυσε.
Τα δάκρυά του έγιναν μικρές ψιχάλες και με διαπέρασαν σαν σουβλερός υπέρηχος.
Ξαφνικά πονούσα και κρύωνα, έκανε παγωνιά, και κάποιες νιφάδες άρχισαν να χορεύουν τρελά γύρο μου.
«Πήγαινέ με εκεί, κι ας χαθώ».
Το πουλί άλλαξε χρώματα τότε μπροστά στα έκθαμβα μάτια μου, χιλιάδες χρώματα εκτυφλωτικά κι άρχισε να πετά με κυκλικές κινήσεις μέσα στον τεράστιο θόλο, πλησιάζοντας την οροφή και το θαυμαστό έργο, που με τρελή λαχτάρα περίμενα ν’ αντικρίσω.
Κάθε φορά όμως που πλησίαζε, έκανε μια καλοζυγισμένη χορευτική φιγούρα
και βουτούσε στο κενό!
Δεν προλάβαινα να δω κι άρχισα να βουρκώνω.
Δεν ήταν φίλος μου τελικά το πουλί, μού στερούσε αυτό που ποθούσα πιο πολύ
εκείνη τη στιγμή.
Έκλαιγα γοερά και παρακαλούσα να με αφήσει.
«Κατέβασέ με από τα φτερά σου, θα σκαρφαλώσω μόνη μου!»
Το πουλί κάγχασε δυνατά και ήταν εκείνη τη στιγμή
σαν να περιγελούσε όλη μου την υπόσταση!
«Καλά» είπε.
Άρχισε ν’ αψηλώνει σιγά-σιγά προς το θόλο.
Τα χρώματά του πάλι μεταλλάχτηκαν έγιναν σκούρα γκριζωπά.
Πετούσε με μεγάλες κινήσεις ανοίγοντας τις φτερούγες
σε όλο τους το υπνωτιστικό βεληνεκές.

Φτάσαμε κοντά στον θόλο, σχεδόν άπλωσα το χέρι και τον άγγιξα.
Μοναδικής αρμονίας χρώματα και παραστάσεις ονειρικές.
Μια θυσία.
Μια γυναίκα στο ράμφος ενός πουλιού, με σχισμένo το αραχνοΰφαντο φόρεμα,
ήταν έτοιμη να παραδοθεί στο πεπρωμένο.
Το πεπρωμένο είχε μάτια γερακιού κατάμαυρα, και μαλλιά μέδουσας,
πολυπλόκαμους όφεις.
Χέρια κατάλευκα και σώμα σαν μαβιά πηχτή θάλασσα.
Το πεπρωμένο είχε όνομα.
Κάποια δυσανάγνωστη λέξη. Προσπάθησα να τη διαβάσω. «Επιθυμία»
Έμεινα να κοιτάζω αποσβολωμένη την παράσταση της θυσίας.
Τη ρουφούσα σαν μέλι και σαν γάλα, σαν δροσερό νερό και σαν δηλητήριο.
Την κατάπινα χωρίς ανάσα.
Την κοίταζα ώρα πολλή, δεν την χόρταινα.
Το πουλί με συντρόφευε στην ατέρμονη λαχτάρα μου να δω κι άλλο,
να ρουφήξω κι άλλο την μοναδικής καλλονής παράσταση.
Πετούσε αργά, απαλά και ξαφνικά ένοιωσα πως πετούσε κουρασμένα.
Απλά κουνούσε τις φτερούγες αλλά παρέμενε στο ίδιο σημείο,
αφήνοντάς με να απολαμβάνω κι άλλο κι άλλο…
Τα χρώματα όλα είχαν σβήσει, ούτε το γκρίζο είχε απομείνει.
Είχε γίνει διάφανο το πουλί, και είχε αρχίσει να κελαδάει.
Τι γλυκιά λαλιά!
«Κουράστηκες πολύ, σ’ ευχαριστώ καλό μου πουλί. Πάμε να φύγουμε τώρα, αρκετά είδα», είπα.
Το πουλί γλυκολαλούσε για λίγη ώρα ακόμα.
Μετά σταμάτησε, σιώπησε εντελώς.
Βούτηξε κάθετα στην αίθουσα, και με άφησε απαλά στο μαρμάρινο δάπεδο.
Παντού ήταν σκορπισμένες γραφίδες, σφραγιδόλιθοι και κομματιασμένα αγάλματα.
Είπα, κουράστηκε και θέλει να ξαποστάσει πριν κινήσουμε ξανά.
Το καημένο, τόση ώρα με βαστούσε στις φτερούγες του.
Εκείνο έκανε ακόμα μια πτήση ψηλά στο θόλο. Πτήση μοναδικής ωραιότητας και γλυκολαλούσε ξανά,
Θεέ μου πόσο γλυκά λαλούσε!
Έκλεισα τα μάτια ν’ απολαύσω την ουράνια μελωδία, όταν πυκνοί και αποτρόπαιοι ήχοι από απειλητικά φτεροκοπήματα μ’ ανάγκασαν να τα ανοίξω πάλι!
Το πουλί, το δικό μου πουλί είχε ξαναπάρει όλα τα χρώματά του, είχε βαφτεί κατάμαυρο με μάτια από αχάτη που πετούσαν πύρινες σπίθες και ράμφος αιματίτη.
Θα ανέβω πάλι στα ζεστά φτερά του σκέφτηκα.
Εκείνο μ’ άρπαξε στο ράμφος του, όμως, που είχε γιγαντωθεί αλλόκοτα, και με σήκωσε ψηλά στο θόλο.
Τα κρυσταλλένια φτερά έτριξαν με δύναμη και τα γαμψά νύχια χτύπησαν με ορμή τα vitraux. Εκείνα διαλύθηκαν σε χιλιάδες πρισματικές, πολύχρωμες στάλες κι άρχισαν να πέφτουν, θλιμμένη βροχή,γδέρνοντάς μου το λαιμό και το στήθος.
Το πουλί βγήκε στο φως, μαζί κι εγώ παγιδευμένη στο ατσαλένιο ράμφος.
«Με πονάς» ψέλλισα.
Το πουλί βουβαινόταν.
«Γιατί;» πρόλαβα να πω.
«Δεν έπρεπε να δεις το πεπρωμένο σου. Τώρα είναι αργά».
Είπε το πουλί και μόνο τον απόηχο του απαίσιου κρωξίματος άκουσα, καθώς με άφηνε να γκρεμίζομαι στο κενό.

© Κάτια Α. 2006

Sunday, May 4, 2008

Ghostly Lover

Στα ηχεία μας σήμερα:
η Λ.Κ. Αντωνίου, (δλδ. εγώ, η Loreley-Lucy)
διαβάζει το ποίημά της
"Ghostly Lover"





Ghostly Lover

A wild flowers wreath
Upon waving gold
Catches his glimpse
Makes him jealous
His wrath tears his heart
His mind courts with the inevitable
Never before has he hated so
Never before has he adored so
His hands touch emptiness
His cry flies on silken roses
By the lake
Beneath bending birches
He recalls shadowy eyes
Flaming lips like glorious petals
Pale hands like poisonous birds
In the deep forest
He seeks for the ghostly lover
The lady of his soul
In the cradle of water lilies he
Falls into merciless dreams
And from the greenish emeralds
Under the moonlight she rises
For him alone
Playing the harp harmoniously
Singing a lullaby
Weaving his hair in an eternal
And never ending stillness
Pulling him
In her deep
Turquoise sleep
For ever

2006 © L.K.

Wednesday, January 30, 2008

Do You Like Brahms?

Πίνακες
του
Jean-Honoré Fragonard
(born April 5, 1732, Grasse, France
died Aug. 22, 1806, Paris)

Στα ηχεία μας σήμερα
Violin Concerto in D major Op.77 Adagio
του
Johannes Brahms
(May 7, 1833 – April 3, 1897)





Τα φύλλα των δέντρων
κίτρινα και ξερά πέφτουν
σχηματίζοντας ένα απαλό στρώμα
όπου γέρνει το ζεστό κορμί σου
να βυθιστεί στην αγκαλιά του Μορφέα
τρίζουν τα φύλλα κάτω
από το γλυκό σου βάρος
σε σκεπάζει η ομίχλη
και της πάχνης τα δάκρυα

Ω! Πάρε με στην τρυφερή σου αγκαλιά
απόψε
και κοίμισέ με
με τα φιλιά σου
τι, άλλο δεν ποθώ
παρά να ταξιδεύω στα όνειρά σου
μεσ' της ανάσας σου
το φέγγος
στα παραμιλητά σου
και στων χειλιών σου
τους απροσπέλαστους
βυθούς...


Lucy 2008


Sunday, January 13, 2008

Μέλας Δρυμός

....

Πίνακες του
Peter Paul Rubens

(Born June 28, 1577 Siegen, Westphalia
Died May 30, 1640 Antwerp, Flanders)








Νύχτα
το φως εξέλιπε
από τις παγωμένες βουνοκορφές
η μαύρη βλάστηση
των λυπημένων δρυμών
αναπαύεται σε βελούδινα ανάκλιντρα
έκπτωτων εραστών

Καθώς φιλώ

τους βασιλεμένους σου πόθους
μικρό μου άστρο
οι νότες μου βαφτίζονται
σε ύδωρ καθαγιασμένο
από τις βασάνους
των απονενοημένων μας
εναγκαλισμών



Οξιές
βελανιδιές
κυπαρίσσια
Μέλας Δρυμός...

Γιατί σαν κλείνω τα μάτια
κάτω από το βάρος
της ατέρμονης

προσδοκίας
εντός μου
και έως τα πέρατα
της θλίψης
απλώνεται

ο Μέλας Δρυμός;

Lucy 2008



Thursday, May 24, 2007

Soul in Flames












ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΗ ΨΥΧΗ
Χόρεψε σαν τρελλή
Σαν δαίμονας μέσα στη νύχτα
Στροβιλίσου στο άγριο σκοτάδι
Φέγγος γίνε και λάμψη
Και γλώσσες γίνε
Λαίμαργες γλώσσες
Τις πληγές που αιμορραγούν
Κάψε

Φλογισμένη Ψυχή
Χόρεψε κι απόψε
Μέσ' τα ρουμάνια
Στα ξερόκλαδα
Φωτιά βάλε

Και όλα κάν' τα
Στάχτη...

Lucy 2006

Vladimir Ashkenazy Prokofiev
No. 4 op. 53-2
Andante



Retrospectiva

Το Post αυτό ανεβαίνει πάλι,because...





Thursday, April 19, 2007

Νέκταρ και Δάκρυα


Νέκταρ και δάκρυα

Τα φτιασίδια της Άνοιξης

Τα παραμύθια του ποταμού

Η μαγεμένη βελανιδιά

Καταμεσίς του δάσους

Όλα κοινωνούν το ρουμπινί κρασί σου

Και τα δάκρυα της μετάνοιάς σου

Όλα βαφτίζονται στο νέκταρ σου

Στα κύτταρα και στις φλέβες σου

Κι εγώ χωρίς οδό

Χωρίς της μνήμης τις σελίδες

Ανακατεύω τα χρώματα του φθινοπώρου

Πάνω στις πέτρες και στ’ αγκάθια


Μη με φιλάς απόψε

Μη

Εκείνος στον κισσό του

Με έχει ακόμα τυλιγμένη

Και δεν μ’ αφήνει

Να αναπνεύσω

Lucy 2007


Monday, April 2, 2007

Σμαραγδένια Βροχή


Το Παραμύθι Της Βελανιδιάς
(Συνέχεια)
Πέτρα ας είναι λοιπόν, σκοτάδι και πέτρα και πύλη που πρέπει να διαβώ.
Σε άγγιξα μια τελευταία φορά με το βλέμμα, καθώς ανυποψίαστος μέσα στο όνειρο χαμογελούσες, από αγγέλους συντροφευμένος και διστακτικά πλησίασα στο σχίσιμο, στου δέντρου τον κορμό. «Θα την διαβώ την πύλη» είπα στην βελανιδιά, ενώ καυτά δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπό μου. «Μόνη θα την διαβώ. Δείξε μου το δρόμο». «Μπροστά σου ανοίγεται ο δρόμος», είπε το φύλλωμα του δέντρου, άγρια παρασυρμένο από δυνατό και παγωμένο άνεμο. «Εδώ είναι η σκάλα, που πρέπει να κατεβείς» είπε πάλι κι έκλεισε με ορμή πίσω μου τη σχισμάδα του κορμού.

Άγριο σκοτάδι με περιέβαλε….

..........

«Σκέψου», αντήχησε δυνατά μια φωνή μέσα μου.
Όποτε ήμουν σε αδιέξοδο, σε τραγική θέση, όποτε οι αισθήσεις μου πάγωναν και όλοι οι αισθητήρες μούδιαζαν, το μυαλό πάντα έμενε ζωντανό να ουρλιάζει, να κουβαριάζεται και να ξεδιπλώνεται, να τυλίγεται σε εμβρυακή στάση και να αναδιπλώνεται, να εκτοξεύει καυτό αίμα προς όλες τις κατευθύνσεις και να επαναλαμβάνει σαν ξεκούρδιστο γραμμόφωνο τις λέξεις:
«Σκέψου. Βάλε τον εαυτό σου να σκεφτεί. Σκέψου! Σκέψου!» Οι λέξεις ήταν παρήγορες, δημιουργούσαν έναν αόρατο ιστό ασφάλειας και σαφήνειας, ιδιαίτερα όταν το επιμύθιο ήταν: «Για όλα υπάρχει μια λογική εξήγηση».
Λογική! Όχι λογικοφανής! Και αυτό ήταν απλά ένα υπεραιωνόβιο δέντρο, κι εγώ είχα αποκοιμηθεί κάτω από την βαριά σκιά του κι άλλωστε ΑΥΤΟ ήταν ένα όνειρο, μέσα σε ένα ΑΛΛΟ όνειρο! Κι όμως! Στο πρώτο μου βήμα, πάτησα σε κάτι γλιστερό και κατρακύλησα 2-3 σκαλοπάτια. Άπλωσα τα χέρια δεξιά κι αριστερά μου, καθώς ήμουν πεσμένη και ψηλάφισα το χώρο γύρο μου. Τα παγωμένα μου δάχτυλα άγγιξαν πέτρινα, φαγωμένα από το χρόνο σκαλιά, γεμάτα λειχήνες που είχαν τραφεί από την υγρασία και το σκοτάδι. Μικρά αυλάκια νερού κυλούσαν στα εσωτερικά τοιχώματα του δέντρου. Μούχλα και υγρασία και μυρωδιά νοτισμένων φύλλων και χώματος, παντού.
Οι δυνατές και ηχηρές λέξεις επανήλθαν στο μυαλό μου.

«Σκέψου!» Τα μέλη μου ήταν μουδιασμένα, παγωμένα και ανήμπορα να αντιδράσουν! Όμως η σκέψη μου έτρεχε ιλιγγιωδώς. Έπρεπε να συνηθίσω στο σκοτάδι και να εξασκήσω την όρασή μου, πριν κάνω οποιοδήποτε νέο βήμα καθόδου στα έγκατα της βελανιδιάς.

Έμεινα καθισμένη στα υγρά, μουχλιασμένα σκαλοπάτια πολλή ώρα, σφίγγοντας το σώμα μου με τα χέρια μου για να νοιώθω ολόκληρη και πλήρης. Κλείστηκα σε ένα νοητό καβούκι, πόδια, μπράτσα, χέρια, κορμί, όλα σφιχτοδεμένα κι ενωμένα με το εσώτερο είναι μου. Δημιούργησα ένα δυνατό μαγνητικό πεδίο γύρο μου, μια αδιαπέραστη ασπίδα προστασίας, συγκεντρώνοντας όλη μου τη σκέψη και τη νοητική ισχύ στον εξώτερο φλοιό που δημιουργούσε η συμπαγής και σφιχτοδεμένη ύλη μου.

Είχα τα μάτια μου ανοιχτά. Κοιτούσα, αλλά δεν έβλεπα. Υπομονετικά περίμενα, να αρχίσω να συνηθίζω το απόλυτο σκοτάδι. Το μυαλό μου είχε πάψει να ουρλιάζει και η ανάσα μου είχε γίνει ρυθμική και αρμονική. Τα μέλη μου ήταν θερμά και χαλαρά και τα μάτια μου άρχισαν να διακρίνουν σχήματα. Πανέμορφο, ολόδροσο πράσινο σε όλες τις αποχρώσεις του, άρχισε να κυλάει από παντού, σαν σμαραγδένια βροχή.

Μικρές, λεπτές σχισμάδες άρχισαν να ανοίγονται στον κορμό του θεόρατου δέντρου και να αφήνουν ολόχρυσες και πορφυρές αχτίδες φωτός να τρυπώνουν στα σκοτάδια και να τα σκίζουν σαν αστραφτερές λάμες Μαυριτανών πειρατών.
Έμεινα μαγεμένη να μεταλαμβάνω την εσώτερη αυτήν αρμονία και κρατούσα και την ανάσα μου ακόμα να μη διαταράξω τη θεία γαλήνη. Δεν ακουγόταν ψίθυρος, παρά μόνο τα σιγανό γαργάρισμα του νερού, καθώς αργοκυλούσε στα πέτρινα σκαλοπάτια.
Ξέσφιξα τα χέρια από το σώμα μου και άπλωσα τα μέλη μου νωχελικά. Σηκώθηκα χωρίς να πονάω, και στάθηκα όρθια χωρίς να φοβάμαι πια μήπως γλιστρήσω πάνω στις λειχήνες. Μια νέα χαραμάδα άνοιξε στον κορμό του δέντρου κι ένα αστραφτερό, ασημόχρυσο φως πετάχτηκε ζωηρά μπροστά στα πόδια μου, χρωματίζοντας τις σωμόν μπαλαρίνες που φορούσα.


Τότε είδα, πως ήμουν ντυμένη παράξενα. Η κοντή τζιν φουστίτσα και το σωμόν μπλουζάκι μου είχαν αντικατασταθεί από ένα μακρύ φόρεμα, καταπράσινο, κεντημένο με φύλλα κισσού και λουλούδια του δάσους. Τα σωμόν φλατ παπουτσάκια μου είχαν μεταμορφωθεί σε κομψές γόβες διακοσμημένες με σμαράγδια και πέρλες και τα μαλλιά μου, που ήταν δεμένα με μια ροζ κορδέλα και πιασμένα ψηλά είχαν λυθεί και κυλούσαν στους ώμους μου, όμοια με χρυσό καταρράκτη.
Η σκάλα, που απλωνόταν μπροστά στα πόδια μου, από μαύρο μάρμαρο με βαθυπράσινες γραμμώσεις, αστραποβολούσε, καθαρή και γυαλιστερή, ενώ στις γρανιτένιες κουπαστές της, άρχισαν να τυλίγονται κλαδιά και φύλλα άγριας τριανταφυλλιάς και να ξεπετάγονται φρέσκα μπουμπούκια και άνθη σε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Οι μοσχοβολιές και η ομορφιά, της οποίας γινόμουν κοινωνός με συνεπήραν και μού έφεραν στα χείλη ένα χαμόγελο ευτυχίας.
«Τι έκανα για να αξίζω μια τέτοια ωραιότητα;» ψιθύρισα, καθώς άρχισα να κατεβαίνω τη σκάλα.

Lucy 2007

Thursday, February 1, 2007

Το Παραμύθι της Βελανιδιάς






Ήσουν στο όνειρό μου εχτές.

Περπατούσαμε μαζί. Κάτω από πυκνά δέντρα. Βαθύσκιωτα πλατάνια.
Κατρακυλούσαμε σε πλαγιές σαν μικρά παιδιά και παίζαμε, γελούσαμε, τρέχαμε, κυνηγιόμαστε. Βουτούσαμε σε ποτάμια και χανόμαστε σε σπηλιές, να εξερευνήσουμε τα άδυτα των ξωτικών.
΄Εκοψες ένα γαλάζιο λουλούδι, και το στερέωσες στα μαλλιά μου. Μια μπλε καμπανούλα, θαρρώ πως ήταν. Έβγαζε έναν πολύ γλυκό και μελωδικό ήχο, μας χάιδευε τ’ αυτιά.
Μού έσφιξες το χέρι και συνεχίσαμε να περπατάμε στο δάσος. Θαρρώ πως ήταν στοιχειωμένο. Οι κορμοί των δέντρων έγερναν και μας χάιδευαν τα μαλλιά, τα δροσερά φύλλα μας φιλούσαν τρυφερά στα χείλη και τα πουλιά μας μιλούσαν με ανθρώπινη λαλιά.

Μια γέρικη βελανιδιά με απλωμένες ρίζες, που ξεπηδούσαν από το χώμα γεμάτες ζωή και δύναμη, μάς προσέφερε φιλοξενία στον δροσερό της ίσκιο κι έσταξε λόγια σοφίας και γνώσης με μορφή γλυκιάς πάχνης πάνω στα μέτωπά μας.



Αποκοιμηθήκαμε κάτω από τον βαρύ της ίσκιο, κουρασμένοι από τον δρόμο.

Και ονειρευτήκαμε σύννεφα μολυβιά, που αναδεύονταν
από σφοδρούς δυτικούς ανέμους.

«Μα αυτό είναι όνειρο μέσα σε ένα άλλο όνειρο» ψέλλισα.
«Δώσε μου ένα σημάδι, ποιό όνειρο είναι το αληθινό και ποιό το ψεύτικο. Δώσε μου ένα σημάδι, ποιόν δρόμο να ακολουθήσω».
«Και τα δύο όνειρα είναι αληθινά και συγχρόνως ψεύτικα», μουρμούρισε η σοφή βελανιδιά.
«Ακολούθησε τον δρόμο της πέτρας».

Οι πέτρες μου…πάντα αναφέρομαι στις πέτρες μου. Πάντα φυτεύομαι βαθιά μέσα τους. Όλα μου τα γραπτά είναι από πέτρα.

«Ποια πέτρα εννοείς, βελανιδιά σοφή;»

«Μόνη σου θα καταλάβεις», το θρόισμα του καταπράσινου φυλλώματος του γέρικου δέντρου έμοιαζε τραγούδι μεθυστικό και τα κλαδιά του
έγερναν και λικνίζονταν με τις πνοές του αγέρα.

Άνοιξα τα μάτια. Θαρρώ πως ξύπνησα από βαθύ λήθαργο.
Εσύ γερμένος πλάι μου, κοιμόσουν ελαφρά και η ανάσα σου ανασήκωνε απαλά το στέρνο σου και το στόμα σου μισάνοιχτο άφηνε τον ανασασμό σου να εναρμονίζεται με τον άνεμο. Άπλωσα το χέρι και σε άγγιξα τρυφερά, ήθελα να σε ξυπνήσω, να πάρουμε μαζί τον δρόμο πάλι.

Όμως η βελανιδιά έγειρε το άγριο κλωνάρι της πάνω στο χέρι μου και το τράβηξε μακριά.

«Όχι, μόνη σου θα βαδίσεις από δω και πέρα,
μόνη σου και μη φοβηθείς».

Με μιάς σχίστηκε ο γέρικος κορμός και μπροστά μου ανοίχτηκε μια δίοδος, σκοτεινή και ανήλιαγη. Στα έγκατα οδηγούσε η πύλη, στα βάθη του σοφού δέντρου. Έπρεπε να το διαβώ το άνοιγμα αυτό το αλλόκοτο, στου δέντρου τον κορμό, ή να το παρακάμψω;
Να το αγνοήσω, να σε ξυπνήσω και να σε πάρω αγκαλιά, πλάι στο ποτάμι το γάργαρο και στα τρεχούμενα νερά μαζί να παίξουμε και να χαρούμε;

Πέτρα ή ποτάμι;
Πύλη ή όχθη και λουλούδια και τραγουδίσματα πουλιών;

«Διστάζεις; Αν με διαβείς τα μυστικά μου όλα θα μάθεις, με τις ρίζες μου θα τραφείς και τους χυμούς μου θα μεταλάβεις. Πίσω δεν θα θες να γυρίσεις, γι’ αυτό σκέψου καλά και μετά να αποφασίσεις», όλα τα φύλλα και τα κλαδιά και οι ρίζες της βελανιδιάς μου τραγουδούσαν.
Πλανευτικό τραγούδι, σαν από σειρήνων χείλη. Με βύθιζε σε σκότη και σε ονειρώξεις ο ήχος αυτός.
Τι πλάνεμα, τι πλάνη!

Τα κλωνάρια της έγιναν αγκαλιές, άγριες, τραχιές, και μέσα στην πύλη με σπρώχναν. Δεν πρόλαβα να αντιδράσω, εκτός από ένα τελευταίο με των δαχτύλων μου άγγιγμα στα κοιμισμένα βλέφαρά σου κι ένα θλιμμένο «αντίο», που σού ψιθύρισα σαν άλλαζες πλευρό, καλύτερα στο μαλακό χώμα να βολευτείς και στη βαθιά σκιά να συνεχίζεις να ονειρεύεσαι.
Σκληρό το φως του ήλιου στα ματοκλάδια σαν πέφτει, τα όνειρα παγώνει. Σαν τα βαριά βελούδινα στόρια, που τραβιούνται από τα παράθυρα, το φως του ηλιάτορα να αφήσουν στα νυχτερινά τα δώματα να παρεισφρήσει και την εγρήγορση στα κοιμισμένα μέλη να απλώσει, σαν μυρωδάτη κρέμα που ενυδατώνει κι ανακουφίζει τους διψασμένους ιστούς, ή σαν ολόδροσο νερό που χύνεται στο σώμα, που όλη τη νύχτα έχει χάσει τα ζωτικά υγρά του, και το ζωντανεύει.

Πέτρα ας είναι λοιπόν, σκοτάδι και πέτρα και πύλη, που πρέπει να διαβώ.

Σε άγγιξα μια τελευταία φορά με το βλέμμα, καθώς ανυποψίαστος μέσα στο όνειρο χαμογελούσες, από αγγέλους συντροφευμένος και διστακτικά πλησίασα στο σχίσιμο, στου δέντρου τον κορμό.
«Θα την διαβώ την πύλη» είπα στην βελανιδιά, ενώ καυτά δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπό μου.
«Μόνη θα την διαβώ. Δείξε μου το δρόμο».
«Μπροστά σου ανοίγεται ο δρόμος», είπε το φύλλωμα του δέντρου, θροΐζοντας άγρια παρασυρμένο από δυνατό και παγωμένο άνεμο.
«Εδώ είναι η σκάλα, που πρέπει να κατέβεις» είπε πάλι κι έκλεισε με ορμή πίσω μου τη σχισμάδα του κορμού.
Άγριο σκοτάδι με περιέβαλε…

Lucy 2007

(συνεχίζεται)



Sunday, January 21, 2007

Μαγεμένο Δάσος











Δάσος πυκνό
απόκοσμη νυχτιά
αποσπάσματα της μέρας
χαρακωμένα

Κέλτικες νότες
στον αγέρα
κι ένα τάσι στο χέρι
πίνεις αργά
γουλιά - γουλιά
το δάκρυ μου
και το αίμα
που έσταξε από το δάχτυλό μου
όταν με τσίμπησε το αδράχτι
φύλλα κισσού
και φλούδα
από του δέντρου τον κορμό
και τα ηδυπαθή σου χείλια
είναι το γιατρικό μου


Ρανίδες κόκκινου γλυκού
τη βλάστηση φουντώνουν
ξάπλωσε εσύ ανάμεσα στα βρύα
κι εγώ από τη γέρικη συκιά
θα φέρω γάλα
πρέπει να φας
μωρό μου
πρέπει να πιείς
και να τραφείς
με του φιδιού το νέκταρ

κι ύστερα ελεύθερο
το κόκκινο να αφήσεις
αυτό το άλικο το βαθύ
να αχνίσει
να παγώσει
και τη ζωή να υποσχεθεί
ή νάρθει να την πάρει



Το δάσος τη νύχτα αυτή ριγεί
με οιμωγές από στοιχειά
και με νεκρών εραστών
τις ικεσίες

Μην είναι η φωνή σου εκείνη;
Ή μήπως η δική μου;
Ποιά γλώσσα ερπετού σαλεύει
στο σκοτάδι
σφυρίζοντας ανατριχιαστικά;
Θέλει το γάλα από το
τρυφερό σου στόμα
να έρθει να γευτεί
μωρό μου
Όλη τη γλύκα του
ν' αρπάξει
και ξερό φύλλο να το αφήσει.

Θέλει θυσία το ερπετό
γλυκιά και φρέσκια σάρκα
Δεν θα το αφήσω
το αθώο σου το λίκνο
να μολύνει
μωρό μου

Με μαγεμένο αδράχτι
όλα τα δάχτυλα τρυπώ
απ' τα λευκά μου χέρια
το αίμα να τρέξει
άφθονο
το φίδι να χορτάσει
κι αν πάλι λαίμαργο πολύ
είναι
και τη λαγνεία του
για ανθρώπινη σάρκα δεν κορέσει
εδώ είναι το στήθος μου
το γάλα να βυζάξει
ή το αίμα

μακριά από σένα όσο μπορώ
μωρό μου θα κρατήσω
το σκοτεινό το φίδι



Κάτω απ' την πυκνόφυλλη
τη δρυ
στου λυκαυγούς τη πάχνη
ξαπλώνω
με το μπροκάρ το χρυσαφί μου
ένδυμα σκισμένο
έτοιμη για τη θυσία του ερπετού

Κοιμήσου εσύ
στα απαλά τα βρύα επάνω
στο λίκνο σου προστατευμένο
κι άσε με εμένα βορρά στο πλάσμα
που έρποντας
τ' αυτί μου πλησιάζει
και ψιθυρίζει ήχους ανατριχιαστικούς
ήχους αγάπης και λαγνείας
και κρύο σαν ατσάλι
απ' το λαιμό
στο στήθος κατεβαίνει
ό,τι τού έταξα
Ω! Πόσο λαχταράει
να πάρει

Lucy 2007





Saturday, January 6, 2007

The EnD







By JIM MORRISON-THE DOORS





This is the end, beautiful friend
This is the end, my only friend
The end of our elaborate plans
The end of ev'rything that stands
The end

No safety or surprise
The end
I'll never look into your eyes again

Can you picture what will be
So limitless and free
Desperately in need of
some strangers hand
In a desperate land

Lost in a Roman wilderness of pain
And all the children are insane
All the children are insane
Waiting for the summer rain
There's danger on the edge of town
Ride the king's highway
Weird scenes inside the goldmine
Ride the highway West baby

Ride the snake
Ride the snake
To the lake
To the lake

The ancient lake baby
The snake is long
Seven miles
Ride the snake

He's old


And his skin is cold
The west is the best
The west is the best
Get here and we'll do the rest

The blue bus is calling us
The blue bus is calling us
Driver, where you taking us?

The killer awoke before dawn
He put his boots on
He took a face from the ancient gallery
And he walked on down the hall

He went into the room where his sister lived
And then he paid a visit to his brother
And then he walked on down the hall
And he came to a door
And he looked inside
Father?
Yes son
I want to kill you
Mother, I want to.............

Come on, baby, take a chance with us
Come on, baby, take a chance with us
Come on, baby, take a chance with us
And meet me at the back of the blue bus

This is the end, beautiful friend
This is the end, my only friend
The end

It hurts to set you free
But you'll never follow me





The Lizard King










Not To Touch The Earth
by
Jim Morrison-The Doors

( I Am The Lizard King. I Can Do Anything...)
στο προηγούμενο post

The Big Snake




Friday, January 5, 2007

The Big Snake






Not To Touch The Earth
by
Jim Morrison-The Doors

( I Am The Lizard King. I Can Do Anything...)







The big snake is crawling
in the jungle
along with the drums
it's crawling
on your skin

it's running in your blood

the big snake
is poisoning your breath

it's sucking your mind



the big serpent
is cold blooded
it's thirsty

the big snake
is in your hand
it's in your power



do not feed the big snake
do not run on the road
of no return

do not warm its blood
do not kiss its skin



for this is the big snake
it's always in your mind
it's eating it out

it's in your blood
it's getting warm in your cells

its lair is in your molecules



this is the big snake

and the big snake
is hungry
for your flesh
for your blood
for your life



do not feed the snake
do not feed the snake
in your mind

the big snake

this is the big snake

this is your road

of

no

return

Lucy 2007