Sunday, May 6, 2012
La Belle Dame sans Merci
Wednesday, February 22, 2012
Στη Σιωπή της Νύχτας
Sunday, August 8, 2010
Ο κ. Γοδεφρίδος κι εγώ II
Πίνακας
του
John Everett
Millais
English Pre-Raphaelite painter & illustrator
(Βorn June 8 1829- died August 13 1896)
A Beauty
Μάλιστα, κουνούσε έντονα τα χέρια του δεξιά κι αριστερά, σαν να διηύθυνε μια φανταστική ορχήστρα, ενώ έγερνε ταυτόχρονα το κεφάλι του στο πλάι, έχοντας τα μάτια κλειστά και ταξιδεύοντας νοερά, ποιός ξέρει πού... Συχνά οι κινήσεις του γίνονταν ιδιαίτερα έντονες, εναρμονιζόμενες με τις εξάρσεις της μουσικής!
Τις ανοιξιάτικες και καλοκαιρινές βραδιές, πάλι, προτιμούσε να ακούει και να σιγομουρμουρίζει μερικές σονάτες του Chopin και τα Βραδεμβούργια κονσέρτα του Bach.
Πάντα με κλειστά μάτια, λύγιζε κάνοντας το σώμα του να κυματίζει πέρα-δώθε, σαν να είχε αφήσει τα κύματα της μουσικής θάλασσας να τον παρασύρουν σε κάποιο μαγικό νησί!
Α! Όλα κι όλα! Ο κ. Γοδεφρίδος είχε ανεπτυγμένο μουσικό κριτήριο. Και η αισθητική του ήταν ιδιαίτερα υψηλή, θα μπορούσα να πω...
Υπήρξαν κάποια λεπτά απόλυτης σιωπής στο σπίτι, καθώς ο κ. Γοδεφρίδος είχε σταματήσει να τραγουδά. Θα είχε γυρίσει στην κρεβατοκάμαρά του να ντυθεί, ασφαλώς.
Ο κ. Γοδεφρίδος αγαπούσε τα όμορφα γεμάτα φινέτσα αντικείμενα. Έλεγε, ότι τον γέμιζαν με κάποιου είδους προσωρινή ευτυχία!
Όλα έτοιμα και όλα στην ώρα τους!"
ρουφώντας μια μεγάλη γουλιά καυτό τσάι.
Σταμάτησε η χιονόπτωση, αλλά όλη τη νύχτα τα κλαδιά των δέντρων χτυπούσαν με μανία στα παράθυρα,
σαν να ήθελαν, θαρρείς, να εισβάλλουν μέσα στο δωμάτιο, κάνοντας τα παλιά ξύλινα παντζούρια με τους μεντεσέδες να τρίζουν απαίσια.
Wednesday, June 9, 2010
Ο κ. Γοδεφρίδος κι εγώ I
(1849 - 1917)
Friday, June 19, 2009
Το Κρυστάλλινο Πουλί
The Property Room
Sunday, May 4, 2008
Ghostly Lover
Στα ηχεία μας σήμερα:η Λ.Κ. Αντωνίου, (δλδ. εγώ, η Loreley-Lucy)
διαβάζει το ποίημά της
"Ghostly Lover"
A wild flowers wreath
Upon waving gold
Catches his glimpse
Makes him jealous
His wrath tears his heart
His mind courts with the inevitable
Never before has he hated so
Never before has he adored so
His hands touch emptiness
His cry flies on silken roses
By the lake
Beneath bending birches
He recalls shadowy eyes
Flaming lips like glorious petals
Pale hands like poisonous birds
In the deep forest
He seeks for the ghostly lover
The lady of his soul
In the cradle of water lilies he
Falls into merciless dreams
And from the greenish emeralds
Under the moonlight she rises
For him alone
Playing the harp harmoniously
Singing a lullaby
Weaving his hair in an eternal
And never ending stillness
Pulling him
In her deep
Turquoise sleep
For ever
2006 © L.K.
Wednesday, January 30, 2008
Do You Like Brahms?
του
Jean-Honoré Fragonard
(born April 5, 1732, Grasse, France
died Aug. 22, 1806, Paris)
Στα ηχεία μας σήμερα
Violin Concerto in D major Op.77 Adagio
του
Johannes Brahms
(May 7, 1833 – April 3, 1897)

Τα φύλλα των δέντρων
κίτρινα και ξερά πέφτουν
σχηματίζοντας ένα απαλό στρώμα
όπου γέρνει το ζεστό κορμί σου
να βυθιστεί στην αγκαλιά του Μορφέα
τρίζουν τα φύλλα κάτω
από το γλυκό σου βάρος
σε σκεπάζει η ομίχλη
και της πάχνης τα δάκρυα
Ω! Πάρε με στην τρυφερή σου αγκαλιά
απόψε
και κοίμισέ με
με τα φιλιά σου
τι, άλλο δεν ποθώ
παρά να ταξιδεύω στα όνειρά σου
μεσ' της ανάσας σου
το φέγγος
στα παραμιλητά σου
και στων χειλιών σου
τους απροσπέλαστους
βυθούς...
Lucy 2008

Sunday, January 13, 2008
Μέλας Δρυμός

Peter Paul Rubens
(Born June 28, 1577 Siegen, Westphalia
Died May 30, 1640 Antwerp, Flanders)







Νύχτα
το φως εξέλιπε
από τις παγωμένες βουνοκορφές
η μαύρη βλάστηση
των λυπημένων δρυμών
αναπαύεται σε βελούδινα ανάκλιντρα
έκπτωτων εραστών
Καθώς φιλώ
τους βασιλεμένους σου πόθους
μικρό μου άστρο
οι νότες μου βαφτίζονται
σε ύδωρ καθαγιασμένο
από τις βασάνους
των απονενοημένων μας
εναγκαλισμών
Οξιές
βελανιδιές
κυπαρίσσια
Μέλας Δρυμός...
Γιατί σαν κλείνω τα μάτια
κάτω από το βάρος
της ατέρμονης
προσδοκίας
εντός μου
και έως τα πέρατα
της θλίψης
απλώνεται
ο Μέλας Δρυμός;
Lucy 2008


Thursday, May 24, 2007
Soul in Flames
![]() ![]() ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΗ ΨΥΧΗ Χόρεψε σαν τρελλή Σαν δαίμονας μέσα στη νύχτα Στροβιλίσου στο άγριο σκοτάδι Φέγγος γίνε και λάμψη Και γλώσσες γίνε Λαίμαργες γλώσσες Τις πληγές που αιμορραγούν Κάψε Φλογισμένη Ψυχή Χόρεψε κι απόψε Μέσ' τα ρουμάνια Στα ξερόκλαδα Φωτιά βάλε Και όλα κάν' τα Στάχτη... Lucy 2006 Vladimir Ashkenazy Prokofiev No. 4 op. 53-2 Andante Retrospectiva Το Post αυτό ανεβαίνει πάλι,because... |
Thursday, April 19, 2007
Νέκταρ και Δάκρυα

Νέκταρ και δάκρυα
Τα φτιασίδια της Άνοιξης
Τα παραμύθια του ποταμού
Η μαγεμένη βελανιδιά
Καταμεσίς του δάσους
Όλα κοινωνούν το ρουμπινί κρασί σου
Και τα δάκρυα της μετάνοιάς σου
Όλα βαφτίζονται στο νέκταρ σου
Στα κύτταρα και στις φλέβες σου
Κι εγώ χωρίς οδό
Χωρίς της μνήμης τις σελίδες
Ανακατεύω τα χρώματα του φθινοπώρου
Πάνω στις πέτρες και στ’ αγκάθια
Μη με φιλάς απόψε
Μη
Εκείνος στον κισσό του
Με έχει ακόμα τυλιγμένη
Και δεν μ’ αφήνει
Να αναπνεύσω
Lucy 2007
Monday, April 2, 2007
Σμαραγδένια Βροχή

Το Παραμύθι Της Βελανιδιάς
(Συνέχεια)
Πέτρα ας είναι λοιπόν, σκοτάδι και πέτρα και πύλη που πρέπει να διαβώ.
Σε άγγιξα μια τελευταία φορά με το βλέμμα, καθώς ανυποψίαστος μέσα στο όνειρο χαμογελούσες, από αγγέλους συντροφευμένος και διστακτικά πλησίασα στο σχίσιμο, στου δέντρου τον κορμό. «Θα την διαβώ την πύλη» είπα στην βελανιδιά, ενώ καυτά δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπό μου. «Μόνη θα την διαβώ. Δείξε μου το δρόμο». «Μπροστά σου ανοίγεται ο δρόμος», είπε το φύλλωμα του δέντρου, άγρια παρασυρμένο από δυνατό και παγωμένο άνεμο. «Εδώ είναι η σκάλα, που πρέπει να κατεβείς» είπε πάλι κι έκλεισε με ορμή πίσω μου τη σχισμάδα του κορμού.
Άγριο σκοτάδι με περιέβαλε….
..........
«Σκέψου», αντήχησε δυνατά μια φωνή μέσα μου. Όποτε ήμουν σε αδιέξοδο, σε τραγική θέση, όποτε οι αισθήσεις μου πάγωναν και όλοι οι αισθητήρες μούδιαζαν, το μυαλό πάντα έμενε ζωντανό να ουρλιάζει, να κουβαριάζεται και να ξεδιπλώνεται, να τυλίγεται σε εμβρυακή στάση και να αναδιπλώνεται, να εκτοξεύει καυτό αίμα προς όλες τις κατευθύνσεις και να επαναλαμβάνει σαν ξεκούρδιστο γραμμόφωνο τις λέξεις:
«Σκέψου. Βάλε τον εαυτό σου να σκεφτεί. Σκέψου! Σκέψου!» Οι λέξεις ήταν παρήγορες, δημιουργούσαν έναν αόρατο ιστό ασφάλειας και σαφήνειας, ιδιαίτερα όταν το επιμύθιο ήταν: «Για όλα υπάρχει μια λογική εξήγηση».
Λογική! Όχι λογικοφανής! Και αυτό ήταν απλά ένα υπεραιωνόβιο δέντρο, κι εγώ είχα αποκοιμηθεί κάτω από την βαριά σκιά του κι άλλωστε ΑΥΤΟ ήταν ένα όνειρο, μέσα σε ένα ΑΛΛΟ όνειρο! Κι όμως! Στο πρώτο μου βήμα, πάτησα σε κάτι γλιστερό και κατρακύλησα 2-3 σκαλοπάτια. Άπλωσα τα χέρια δεξιά κι αριστερά μου, καθώς ήμουν πεσμένη και ψηλάφισα το χώρο γύρο μου. Τα παγωμένα μου δάχτυλα άγγιξαν πέτρινα, φαγωμένα από το χρόνο σκαλιά, γεμάτα λειχήνες που είχαν τραφεί από την υγρασία και το σκοτάδι. Μικρά αυλάκια νερού κυλούσαν στα εσωτερικά τοιχώματα του δέντρου. Μούχλα και υγρασία και μυρωδιά νοτισμένων φύλλων και χώματος, παντού.
Οι δυνατές και ηχηρές λέξεις επανήλθαν στο μυαλό μου.
«Σκέψου!» Τα μέλη μου ήταν μουδιασμένα, παγωμένα και ανήμπορα να αντιδράσουν! Όμως η σκέψη μου έτρεχε ιλιγγιωδώς. Έπρεπε να συνηθίσω στο σκοτάδι και να εξασκήσω την όρασή μου, πριν κάνω οποιοδήποτε νέο βήμα καθόδου στα έγκατα της βελανιδιάς.
Έμεινα καθισμένη στα υγρά, μουχλιασμένα σκαλοπάτια πολλή ώρα, σφίγγοντας το σώμα μου με τα χέρια μου για να νοιώθω ολόκληρη και πλήρης. Κλείστηκα σε ένα νοητό καβούκι, πόδια, μπράτσα, χέρια, κορμί, όλα σφιχτοδεμένα κι ενωμένα με το εσώτερο είναι μου. Δημιούργησα ένα δυνατό μαγνητικό πεδίο γύρο μου, μια αδιαπέραστη ασπίδα προστασίας, συγκεντρώνοντας όλη μου τη σκέψη και τη νοητική ισχύ στον εξώτερο φλοιό που δημιουργούσε η συμπαγής και σφιχτοδεμένη ύλη μου.
Είχα τα μάτια μου ανοιχτά. Κοιτούσα, αλλά δεν έβλεπα. Υπομονετικά περίμενα, να αρχίσω να συνηθίζω το απόλυτο σκοτάδι. Το μυαλό μου είχε πάψει να ουρλιάζει και η ανάσα μου είχε γίνει ρυθμική και αρμονική. Τα μέλη μου ήταν θερμά και χαλαρά και τα μάτια μου άρχισαν να διακρίνουν σχήματα. Πανέμορφο, ολόδροσο πράσινο σε όλες τις αποχρώσεις του, άρχισε να κυλάει από παντού, σαν σμαραγδένια βροχή.
Μικρές, λεπτές σχισμάδες άρχισαν να ανοίγονται στον κορμό του θεόρατου δέντρου και να αφήνουν ολόχρυσες και πορφυρές αχτίδες φωτός να τρυπώνουν στα σκοτάδια και να τα σκίζουν σαν αστραφτερές λάμες Μαυριτανών πειρατών.
Έμεινα μαγεμένη να μεταλαμβάνω την εσώτερη αυτήν αρμονία και κρατούσα και την ανάσα μου ακόμα να μη διαταράξω τη θεία γαλήνη. Δεν ακουγόταν ψίθυρος, παρά μόνο τα σιγανό γαργάρισμα του νερού, καθώς αργοκυλούσε στα πέτρινα σκαλοπάτια.
Ξέσφιξα τα χέρια από το σώμα μου και άπλωσα τα μέλη μου νωχελικά. Σηκώθηκα χωρίς να πονάω, και στάθηκα όρθια χωρίς να φοβάμαι πια μήπως γλιστρήσω πάνω στις λειχήνες. Μια νέα χαραμάδα άνοιξε στον κορμό του δέντρου κι ένα αστραφτερό, ασημόχρυσο φως πετάχτηκε ζωηρά μπροστά στα πόδια μου, χρωματίζοντας τις σωμόν μπαλαρίνες που φορούσα.

Τότε είδα, πως ήμουν ντυμένη παράξενα. Η κοντή τζιν φουστίτσα και το σωμόν μπλουζάκι μου είχαν αντικατασταθεί από ένα μακρύ φόρεμα, καταπράσινο, κεντημένο με φύλλα κισσού και λουλούδια του δάσους. Τα σωμόν φλατ παπουτσάκια μου είχαν μεταμορφωθεί σε κομψές γόβες διακοσμημένες με σμαράγδια και πέρλες και τα μαλλιά μου, που ήταν δεμένα με μια ροζ κορδέλα και πιασμένα ψηλά είχαν λυθεί και κυλούσαν στους ώμους μου, όμοια με χρυσό καταρράκτη.
Η σκάλα, που απλωνόταν μπροστά στα πόδια μου, από μαύρο μάρμαρο με βαθυπράσινες γραμμώσεις, αστραποβολούσε, καθαρή και γυαλιστερή, ενώ στις γρανιτένιες κουπαστές της, άρχισαν να τυλίγονται κλαδιά και φύλλα άγριας τριανταφυλλιάς και να ξεπετάγονται φρέσκα μπουμπούκια και άνθη σε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Οι μοσχοβολιές και η ομορφιά, της οποίας γινόμουν κοινωνός με συνεπήραν και μού έφεραν στα χείλη ένα χαμόγελο ευτυχίας.
«Τι έκανα για να αξίζω μια τέτοια ωραιότητα;» ψιθύρισα, καθώς άρχισα να κατεβαίνω τη σκάλα.
Lucy 2007
Thursday, February 1, 2007
Το Παραμύθι της Βελανιδιάς
Sunday, January 21, 2007
Μαγεμένο Δάσος
Δάσος πυκνό απόκοσμη νυχτιά αποσπάσματα της μέρας χαρακωμένα Κέλτικες νότες στον αγέρα κι ένα τάσι στο χέρι πίνεις αργά γουλιά - γουλιά το δάκρυ μου και το αίμα που έσταξε από το δάχτυλό μου όταν με τσίμπησε το αδράχτι φύλλα κισσού και φλούδα από του δέντρου τον κορμό και τα ηδυπαθή σου χείλια είναι το γιατρικό μου Ρανίδες κόκκινου γλυκού τη βλάστηση φουντώνουν ξάπλωσε εσύ ανάμεσα στα βρύα κι εγώ από τη γέρικη συκιά θα φέρω γάλα πρέπει να φας μωρό μου πρέπει να πιείς και να τραφείς με του φιδιού το νέκταρ κι ύστερα ελεύθερο το κόκκινο να αφήσεις αυτό το άλικο το βαθύ να αχνίσει να παγώσει και τη ζωή να υποσχεθεί ή νάρθει να την πάρει Το δάσος τη νύχτα αυτή ριγεί με οιμωγές από στοιχειά και με νεκρών εραστών τις ικεσίες Μην είναι η φωνή σου εκείνη; Ή μήπως η δική μου; Ποιά γλώσσα ερπετού σαλεύει στο σκοτάδι σφυρίζοντας ανατριχιαστικά; Θέλει το γάλα από το τρυφερό σου στόμα να έρθει να γευτεί μωρό μου Όλη τη γλύκα του ν' αρπάξει και ξερό φύλλο να το αφήσει. Θέλει θυσία το ερπετό γλυκιά και φρέσκια σάρκα Δεν θα το αφήσω το αθώο σου το λίκνο να μολύνει μωρό μου Με μαγεμένο αδράχτι όλα τα δάχτυλα τρυπώ απ' τα λευκά μου χέρια το αίμα να τρέξει άφθονο το φίδι να χορτάσει κι αν πάλι λαίμαργο πολύ είναι και τη λαγνεία του για ανθρώπινη σάρκα δεν κορέσει εδώ είναι το στήθος μου το γάλα να βυζάξει ή το αίμα μακριά από σένα όσο μπορώ μωρό μου θα κρατήσω το σκοτεινό το φίδι Κάτω απ' την πυκνόφυλλη τη δρυ στου λυκαυγούς τη πάχνη ξαπλώνω με το μπροκάρ το χρυσαφί μου ένδυμα σκισμένο έτοιμη για τη θυσία του ερπετού Κοιμήσου εσύ στα απαλά τα βρύα επάνω στο λίκνο σου προστατευμένο κι άσε με εμένα βορρά στο πλάσμα που έρποντας τ' αυτί μου πλησιάζει και ψιθυρίζει ήχους ανατριχιαστικούς ήχους αγάπης και λαγνείας και κρύο σαν ατσάλι απ' το λαιμό στο στήθος κατεβαίνει ό,τι τού έταξα Ω! Πόσο λαχταράει να πάρει Lucy 2007 |
Saturday, January 6, 2007
The EnD
By JIM MORRISON-THE DOORS This is the end, beautiful friend This is the end, my only friend The end of our elaborate plans The end of ev'rything that stands The end No safety or surprise Can you picture what will be Lost in a Roman wilderness of pain Ride the snake The ancient lake baby He's old And his skin is coldThe west is the best The west is the best Get here and we'll do the rest The blue bus is calling us The killer awoke before dawn He went into the room where his sister lived Come on, baby, take a chance with us This is the end, beautiful friend It hurts to set you free |
The Lizard King
Not To Touch The Earth by Jim Morrison-The Doors ( I Am The Lizard King. I Can Do Anything...) στο προηγούμενο post The Big Snake |














