Showing posts with label melancholy. Show all posts
Showing posts with label melancholy. Show all posts

Sunday, February 12, 2012

Υγρές Σκιές

Πίνακες του
James Sant
British painter
(1820-1916)

Children in the Wood


Η γκρίζα βροχή
η θλιμμένη, γριά βροχή
χτυπάει πάλι τα παραθύρια μου
τα παντζούρια, τα διαβρωμένα από το ρυθμικό χορό της
και τα τζάμια μου.
Πέφτει επάνω τους φρενιασμένα
αναδεύοντας τις άγριες πευκοβελόνες
που ρίχνονται προς το βορρά
εκεί που έχει στραμμένη την πνοή του ο άνεμος
Το γέρικο σκυλί κουρνιάζει μες στις πέτρες
και στα αγριοάγκαθα
απορημένο με το αλύχτισμά του
που δεν ακούγεται πια
σωπασμένο από τον αλλόκοτο υγρό ήχο.

Υγρούς ήχους γέμισε η αυλή μου
το σπίτι μου υγρές σκιές
στα όνειρά μου βρόχινα δωμάτια
όλα ανασχηματίζονται
όλα εξατμίζονται μέσα από τα ανοιχτά μου χέρια.

Μόνο οι στέρεες πευκοβελόνες
χορεύοντας τρελό χορό
τρυπούν τους κερατοειδείς μου
θυμίζοντάς μου
πως βουτηγμένη μες τα βρόχινα ρυάκια
κυλάει η ζωή.

Κάτια Ξ
Φεβρουάριος 2012

Little red Riding Hood
 

Saturday, January 28, 2012

Sunday, March 27, 2011

Ο κ. Γοδεφρίδος κι εγώ IV

Πίνακας του
Johannes Vermeer
Dutch painter
(Baroque)

(Baptized October 31, 1632, Delft, Netherlands,
Buried December 15, 1675, Delft)


Girl with a Pearl Earring
c. 1665
Oil on canvas, 46,5 x 40 cm
Mauritshuis, The Hague



Ο κ. Γοδεφρίδος κι εγώ IV
(προτελευταίο)

Ήταν, άραγε, ερωτευμένος ο κ. Γοδεφρίδος;
Μήπως αυτός ήταν ο λόγος, που περιπλανιόταν όλη την ημέρα άσκοπα στον ανοιξιάτικο κήπο, χαϊδεύοντας απαλά τα μοσχολούλουδα, αγγίζοντας με τα ακροδάχτυλά του τα κρινάκια και τους πανσέδες, χαζεύοντας με τις ώρες τα γλυκόλαλα αηδόνια και τους παιχνιδιάρηδες κορυδαλλούς, που ερωτοτροπούσαν χαριτωμένα κάτω από τον θερμό, λαμπερό ήλιο της εξοχής;

Αλλά με ποια να ήταν ερωτοχτυπημένος;
Ίσως με την χλωμή, κομψή δεσποινίδα Βαλεντίνη, που είχε μετακομίσει πρόσφατα στη ανακαινισμένη έπαυλη, στην άκρη του δρόμου. Κάθε φορά, που περνούσε μπροστά από τον κήπο μας, έριχνε κλεφτές ματιές μέσα και όποτε έβλεπε τον κ. Γοδεφρίδο να περιφέρεται ανάμεσα στις ολάνθιστες τριανταφυλλιές και στα καταπράσινα δέντρα, σταματούσε δειλά και με τη λεπτή, κελαρυστή φωνή της τον χαιρετούσε: "Καλημέρα σας. Πώς είστε σήμερα;"
"Ω, την χαριτόβρυτον δεσποσύνη Βαλεντίνη! Τώρα που σάς είδα, πολύ καλά! Ευχαριστώ! Κι εσείς;" απαντούσε εκείνος, με ένα λαμπερό χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό του...
Η δεσποινίς Βαλεντίνη κοκκίνιζε, χαμήλωνε το βλέμμα και γεμάτη ικανοποίηση απαντούσε: "Πολύ καλά, κύριε Γοδεφρίδε! Μα δεν είναι μια υπέροχη μέρα;"
Η δεσποινίς Βαλεντίνη αρεσκόταν να αναφέρεται στον καιρό, όποτε έπιανε κουβέντα με τον Κ. Γοδεφρίδο.
Έλεγε, πόσο πολύ τής άρεσαν οι φωτεινές ανοιξιάτικες ημέρες και η θέρμη του ήλιου.
Πόσο πολύ αγαπούσε τη ζέστη.
Απορούσα γιατί ο κ. Γοδεφρίδος δεν την είχε καλέσει ακόμα για τσάι ή για μια βόλτα στον κήπο...
Μα ήταν πράγματι ερωτευμένος ο κ. Γοδεφρίδος;
Κι αν ήταν...με ποια...;

Έριξα μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη μου, καθώς στερέωνα το αριστερό μου σκουλαρίκι. Δεν μού άρεσε να φοράω κοσμήματα, αλλά όταν σήκωνα τα μαλλιά μου ψηλά, πάντα φορούσα τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια, που μού είχε χαρίσει η μητέρα μου.
Το είδωλο με το οποίο με φιλοδώρησε ο καθρέφτης, με έκανε να χαμογελάσω αμυδρά.
Ήμουν έτοιμη για το τσάι στον ολάνθιστο και μοσχομυρισμένο κήπο...
Σκεφτόμουν, μάλιστα, να προτείνω στον κ. Γοδεφρίδο να καλέσει και την δεσποινίδα Βαλεντίνη μια από αυτές τις ημέρες, να μάς συντροφεύσει στο τσάι.

Δυο σταγόνες άρωμα στη βάση του λαιμού και ήμουν έτοιμη!
Βγήκα από το δωμάτιο κι έκλεισα πίσω μου την πόρτα...

Συνεχίζεται...


Κάτια Ξ.
Μάρτιος 2011




Tuesday, November 9, 2010

Ο κ. Γοδεφρίδος κι εγώ IIΙ

Isolde and Tristan the Harper
by
Edmund Blair Leighton
~English painter~
(21 September 1853—1 September 1922)



Tristan Sharing the Love Potion with Isolde
by
John Duncan
(Scottish Symbolist Painter, 1866-1945)
Oil on canvas, 1912



Με τον κ. Γοδεφρίδο κάναμε μεγάλες και συναρπαστικές συζητήσεις, συνήθως πάνω από δυο αχνιστά φλυτζάνια, το περιεχόμενο των οποίων ήταν καυτό τσάι, που μοσχοβολούσε εξωτικά φρούτα και βανίλια, ερεθίζοντας τα ρουθούνια μας και κάνοντας τη σκέψη μας ζωηρή και τα λόγια μας να ρέουν παιχνιδίζοντας ανάλαφρα...
Αγαπημένο μας θέμα οι τραγικοί έρωτες της μυθολογίας και της ιστορίας και ο τρόπος που είχαν καταγραφεί στις αγαπημένες όπερες του κ. Γοδεφρίδου.

Ο κ. Γοδεφρίδος ήταν κατά βάθος μια ευαίσθητη και ρομαντική φύση. 
Τον συγκινούσαν οι ρομαντικοί έρωτες,  τον συνέπαιρναν τα μεγάλα και αδιέξοδα πάθη και λάτρευε, φυσικά,  τα μελοδράματα του κλασσικού μουσικού ρεπερτορίου!

Κάποιες φορές τον είχα δει - ή μήπως ήταν της φαντασίας μου; - να διαβάζει, βυθισμένος σε βαθιά περισυλλογή, κάποια παλιά, κιτρινισμένα γράμματα,  που τα κρατούσε φυλαγμένα σε ένα βαρύ, αριστοτεχνικά σκαλισμένο, ξύλινο κουτί με στιλπνή χρυσαφένια κλειδαριά... 
Κάποιος παλιός έρωτας, ίσως; Τα γράμματα μια παντρεμένης κυρίας, πιθανόν, που ενώ φλογιζόταν από πάθος για τον κ. Γοδεφρίδο,  στις επιστολές της διακριτικά απέκρουε τον έρωτά του και τού μιλούσε για αγνά, πλατωνικά αισθήματα, που θα τούς ένωναν για πάντα; 
Ή μήπως διάβαζε τα μικρά, ρομαντικά, κομψά και γεμάτα λυρισμό ποιήματα, που τού έγραφε η παιδική του φίλη και τα κρατούσε ακόμα κλειδωμένα σαν θησαυρό στο λεπτοδουλεμένο, ξύλινο κουτί του, αφού αυτή ήταν ο μεγάλος και ανεκπλήρωτος πόθος της ζωής του;
Η φαντασία μου κάλπαζε, βεβαίως,  και δεν θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς, μια και ο κ. Γοδεφρίδος ήταν το πλέον κατάλληλο άτομο για να εμπνεύσει τέτοιες οργιάζουσες σκέψεις.
Σήμερα το απομεσήμερο, μετά από ένα λιτό, αλλά απολαυστικό γεύμα, που αποτελείτο από πέστροφα στη σχάρα, σαλάτα από άγρια χόρτα, μήλο και ρόδι, που συνοδεύσαμε ιδανικά με λευκό, φρουτώδες κρασί, ο κ. Γοδεφρίδος πρότεινε να πιούμε τον καφέ μας στην βιβλιοθήκη.
"Μα, ναι! Περίφημη ιδέα", αναφώνησα χαμογελώντας. "Θα μάς συντροφεύει και η γλυκιά φωτιά του τζακιού!" πρόσθεσα ζωηρά...
"Ω, μα την αλήθεια! Δεν ήξερα πόσο πολύ σάς αρέσει η φωτιά, αγαπητή μου", μουρμούρισε ο κ. Γοδεφρίδος.
Η βιβλιοθήκη ήταν το αγαπημένο μου δωμάτιο. Βεβαίως και του κ. Γοδεφρίδου, δεν το συζητώ...
Περάσαμε στο μεγάλο δωμάτιο με τα πάμπολλα βιβλία, τα οποία ήταν τοποθετημένα σε απόλυτη θεματολογική και αρχειακή τάξη πάνω στα δρύινα ράφια, που κάλυπταν τους τρεις από τους τέσερεις τοίχους του δωματίου.
Πολύτιμα πορσελάνινα μπιμπελό, και μπρούτζινα, βαριά λαμπατέρ Βικτοριανής αισθητικής κοσμούσαν διακριτικά το επιβλητικό δωμάτιο. 
Η μυρωδιά του χαρτιού με συνεπήρε. Μέσα σ' αυτόν το χώρο, με τη συντροφιά κάποιου βιβλίου, έκανα τα πιο απίστευτα ταξίδια. Ταξίδια μοναδικής ομορφιάς και μαγείας, σε κόσμους ανεξερεύνητους, επικίνδυνους - αυτό το επέλεγα με μεγάλη ικανοποίηση - και παραμυθένιους.

Σταθήκαμε  μπροστά στο μαρμάρινο  τζάκι, με το λαξευμένο γείσο, που εκτεινόταν σε μια γλυπτή προμετωπίδα. Η παράσταση που απεικονιζόταν, μού δημιούργησε μια γλυκιά μελαγχολία.  Ένα ζευγάρι ερωτευμένων ξάπλωνε νωχελικά στις όχθες ενός ποταμού, κάτω από ψηλά δέντρα. Ο νέος άντρας αγκάλιαζε τρυφερά την κοπέλα, που χάιδευε με το γυμνό της χέρι τη δροσερή βλάστηση δίπλα της. Στο βάθος κάποιες άλλες φιγούρες είχαν στήσει κυκλικό χορό, ενώ κάποια βαριά σύννεφα προμήνυαν, ότι από στιγμή σε στιγμή θα ξεσπάσει καταιγίδα.  Οι ρόδινες και υπογάλαζες λάμψεις του μαρμάρου έκαναν αυτήν την παράσταση, πάνω από το τζάκι, να μοιάζει τόσο ζωντανή, που ήδη έβλεπα  τους δυο ανέμελους εραστές να πετάγονται απότομα από τη μεσημεριάτικη ραστώνη τους, και γελώντας δυνατά, να τρέχουν να βρουν καταφύγιο από την μπόρα, που είχε ήδη ξεσπάσει...
Άκουγα, μάλιστα και τον ρυθμικό ήχο από τις δυνατές σταγόνες της βροχής, καθώς και τα πνιχτά γελάκια της παρέας στο φόντο της παράστασης, καθώς έτρεχαν κι αυτοί βιαστικοί και μουσκεμένοι μέχρι το κόκκαλο.
Όσες φορές καθόμουν μπροστά στο παλιό μαρμάρινο τζάκι, με την ολοκόκκινη φωτιά του να τριζοβολά και να μού φλογίζει τα μάγουλα, κάρφωνα το βλέμμα στην σαγηνευτική, γλυπτή παράσταση κι ονειρευόμουν το ποτάμι με τα κρυστάλλινα, κελαρυστά νερά, τον γοητευτικό άντρα με την τρυφερή αγκαλιά, τα ψηλά δέντρα και τα απαλά θροΐσματα  τους. 
Πάντα έβαζα τον εαυτό μου σ' αυτήν την παράσταση και το πιο αγαπημένο μου σημείο ήταν όταν ξέσπαγε η νεροποντή και εγώ με τον καλό μου, εντελώς μουσκεμένοι, ανταλλάσσαμε παθιασμένα φιλιά κάτω από τα μαύρα, βαριά σύννεφα με το νερό να κυλάει από τα μαλλιά και τα ρούχα μας...

Με τον κ. Γοδεφρίδο καθίσαμε σε δυο βαθιές, αναπαυτικές, βελούδινες πολυθρόνας στο χρώμα του ρουμπινιού και σε λίγο η κ. Βέμπερ, μια ηλικιωμένη, ψιλόλιγνη γυναίκα, με ευγενικά χαρακτηριστικά, μάς σέρβιρε τον καφέ, με βουτήματα φρέσκου βουτύρου και σοκολάτας.
Απολάμβανα τον φρεσκοκομμένο, μυρωδάτο καφέ μου, μασουλώντας ένα γευστικότατο μπισκότο βουτύρου, όταν ο κ. Γοδεφρίδος σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς ένα ράφι, φορτωμένο βιβλία και ντοσιέ. Ψαχούλεψε για λίγο κι επέστρεψε κοντά μου μ' ένα θριαμβευτικό χαμόγελο, κρατώντας ένα παλιό χάρτινο φάκελλο.
Βυθίστηκε στην πολυθρόνα του, ρούφηξε μια γουλιά από τον καφέ του, έχοντας ταυτόχρονα το βλέμμα προσηλωμένο επάνω στον φάκελλο, μετά με κοίταξε αινιγματικά και με ένα αμυδρό χαμόγελο μού έτεινε τον φάκελλο.
Τον πήρα διστακτικά στα χέρια μου κι άρχισα να τον περιεργάζομαι, αμήχανα και με κάποια αβεβαιότητα,
μη μπορώντας να φανταστώ τι κρυβόταν μέσα και για ποιο λόγο μού τον έδωσε ο κ. Γοδεφρίδος.
"Εμπρός, λοιπόν! Ανοίξτε τον, αγαπητή μου", με παρότρυνε χαρούμενα ο συνομιλητής μου.
"Να...να...;" ,μουρμούρισα διστακτικά.
"Μα και βέβαια! Ελάτε, λοιπόν!", ζωήρεψε τον τόνο του ο κ. Γοδεφρίδος.
"Βέβαια, αφού το θέλετε...", είπα και άρχισα να λύνω τα μεταξωτά κορδελάκια, που κρατούσαν το φάκελλο ερμητικά κλεισμένο...
Όση ώρα κράτησε η διαδικασία αποκάλυψης του περιεχομένου η φαντασία μου κάλπαζε και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά! Μια περίεργη συγκίνηση ξεφύτρωσε, ενετλώς απρόσκλητη.
Τι να περιείχε ο φάκελλος;
Κάποιο συμβόλαιο της οικογένειας;
Κάποιο κιτρινισμένο γράμμα από μια παλιά αγάπη του κ Γοδεφρίδου, που ήθελε να το μοιραστεί μαζί μου και να βυθιστεί στις αναμνήσεις;
Μέσα σε μια μόνο στιγμή, το άνοιγμα αυτού του φακέλλου έγινε μια σιωπηλή και σπάνια ιεροτελεστία.
Η διαδικασία κράτησε ένα-δύο λεπτά, που μού φάνηκαν αιώνες.
Μήπως δεν ήθελα, κατά βάθος να ανοίξω τον φάκελλο;
Κι αν ξεπηδούσε από μέσα ένα ερωτικό δράμα του κ. Γοδεφρίδου;
Το ήθελα, άραγε, αυτό;
Μα, ακόμα κι αν αυτό συνέβαινε, πού ήταν το κακό; 
Εγώ δεν ήμουν λάτρις της λογοτεχνικής διάστασης της πραγματικότητας;
Εγώ δεν ήμουν, που έδινα ποιητικές διαστάσεις ακόμα και στα πιο τετριμμένα πράγματα;
Τώρα, λοιπόν, γιατί δίσταζα;
Έκλεισα σφιχτά τα μάτια και πολύ αργά άνοιξα το ντοσιέ, ενώ ο κ. Γοδεφρίδος μουρμούριζε κάτι γεμάτος κέφι και ζωηράδα.
"Μα, ελάτε, τώρα! Κάνετε σαν παιδί! Ανοίξτε τα μάτια και κοιτάξτε!", έλεγε με τη γάργαρη φωνή του.
Τελικά το αποφάσισα. Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα.
Και ιδού! Το πολύτιμο περιεχόμενο βρισκόταν μπροστά μου, στα χέρια μου!
Ένα παλιό χειρόγραφο, ξεφτισμένο στις άκρες, πολυκαιρισμένο, με τα χνάρια του χρόνου να έχουν αφήσει ανεξίτηλους λεκέδες επάνω στον αρμονικό γραφικό χαρακτήρα.
Σήκωσα το βλέμμα και κοίταξα τον κ. Γοδεφρίδο, που με παρατηρούσε προσεκτικά με μάτια που έλαμπαν και ένα πλατύ χαμόγελο θριάμβου!
"Λοιπόν, διαβάστε το! Διαβάστε τον τίτλο!", είπε ανυπόμονα.
Χάιδεψα απαλά το παλιό χειρόγραφο και γυρίζοντας την πρώτη σελίδα διάβασα:
"Tristan"
του
Gottfried von Straßburg.

Δεν πίστευα αυτό που έβλεπα... 
Ήταν δυνατόν;
Κάποιο αόρατο χέρι είχε απλώσει μια ασημένια αχλή στο δωμάτιο. Νόμιζα, ότι ζούσα σε ένα παραμύθι.
Κι όμως, ήταν εκεί στα χέρια μου, το κρατούσα...
"Ω! Μα την αλήθεια! Καταπληκτικό! Ένα τέλειο αντίγραφο! Μα πού το βρήκατε; Φαντάζομαι ότι είναι πολύ σπάνιο, σχεδόν όσο το πρωτότυπο!", αναφώνησα ενθουσιασμένη, καθώς γύριζα με ευλάβεια τις σελίδες του χειρογράφου!
"Πανέμορφο, μαγικό, υπέροχο, απίστευτο", έλεγα συνεπαρμένη...

Ο κ. Γοδεφρίδος σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και ήλθε κοντά μου. Στάθηκε στο πλάι μου και κι έσκυψε το πρόσωπο του κοντά στο αυτί μου ψιθυρίζοντας αργά, σχεδόν τελετουργικά τις λέξεις:
"Αγαπητή μου είναι το πρωτότυπο και είναι δικό σας! Είναι το δώρο μου για τα γενέθλιά σας! Έχετε γενέθλια αύριο! Μήπως το ξεχάσατε;"
Τα χέρια μου έτρεμαν από συγκίνηση1 Κρατούσα στα χέρια μου το πρωτότυπο χειρόγραφο του ρομαντικού μεσαιωνικού έργου "Τριστάνος" του Gottfried von Straßburg!
Τι ευτυχία, τι απρόσμενη ευτυχία!
Πετούσα από τη χαρά μου, χόρευα στα σύννεφα, έτρεχα στην όχθη του ποταμού μου, κυλιόμουν στην δροσερή χλόη του.
Ζούσα στην υπέροχη γλυπτή παράσταση, παρέα με τον κ. Γοδεφρίδο, που κρατούσε ένα πολύτιμο κλειδί και μού άνοιγε ένα ξεχασμένο σεντούκι γεμάτο θησαυρούς!

"Αλλά...",  άρχισα να αναρωτιέμαι ξαφνικά...

Μα πώς βρέθηκε στην κατοχή του κ. Γοδεφρίδου κάτι τόσο πολύτιμο και σπάνιο;  
Αλλά ίσως...   Γοδεφρίδος, Gottfried... Είχαν το ίδιο όνομα...
Μα πώς...;
Πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη, να κάνω κάποια ερώτηση, ακόμα συνεπαρμένη από το μοναδικό έργο που κρατούσα στα χέρια μου και με συγκεχυμένες σκέψεις, που στριμώχνονταν μέσα στο μυαλό μου, προσπαθώντας να μπουν σε κάποια σειρά, ο κ. Γοδεφρίδος διάλεξε ένα δίσκο και την επόμενη στιγμή, οι μαγικές νότες του Richard Wagner από την όπερα Tristan und Isolde, σε libretto βασισμένο στο ρομάντζο "Tristan" του Gottfried von Straßburg, πλημμύρισαν το δωμάτιο...

Συνεχίζεται...

Κάτια Ξ.
Νοέμβριος 2010

Χειρόγραφο από το ρομαντικό αριστούργημα
"Tristan" 
του  
Gottfried von Straßburg

Tuesday, November 2, 2010

Μεταφυσική Προοπτική

Πίνακας
του
Rosso Fiorentino
(Giovanni Battista di Jacopo)
Italian painter
(Born March 8, 1494, Florence, Italy-
died Nov. 14, 1540, Fontainebleau, France)

Musician Angel


Ανοίγω τα παράθυρα
να βάλω μέσα στο σπίτι
αυτό το φως που γλυκοπαίζει άρπα
κάθε ξημέρωμα
με μεταξένια δάχτυλα.
Τραβώ και τις βαριές κουρτίνες
τις φορτωμένες σκόνη κι αναμνήσεις.

Θέλω να αγγίξω τα βαθυπράσινα φύλλα της οξιάς
που όλο και σαλεύει στον θλιμμένο κήπο
όλο και γέρνει τα βράδια κουρασμένη
θροΐζοντας μελαγχολικά
στο χάιδεμα του ανέμου.

Μα η ανέμη σκοτεινού παραμυθιού
τυλίγει δίχτυα και ιστούς
γύρο απ' τον κήπο

Χαράζει χνάρια ζοφερά ο χρόνος
στο πέτρινο της λήθης μονοπάτι
οι δείκτες του παλιού ρολογιού
ακινητοποιημένοι
σε κάποια διφορούμενη μεταφυσική προοπτική
και το βιολί ξεκούρδιστο πλάι στα εφιαλτικά τοπία
του αγαπημένου μου σουρεαλιστικού πίνακα
που ξεχύνεται τις νύχτες στις ενύπνιες μεταλλάξεις μου.

Ο κήπος μου!
Γέμισε αγάλματα, λαβύρινθους, στοές!
Και οι κουρτίνες μένουν ερμητικά κλεισμένες
όσο  αρνούνται τα παράθυρα 
να παίξουν με το φως.

Κάτια Ξ.
Οκτώβριος 2010


Tuesday, August 24, 2010

Σκύλλα και Χάρυβδις

Πίνακας του
Henry Fuseli
(Johann Heinrich Füssli)

(Born Feb. 7, 1741, Zürich, Switzerland-
died April 16, 1825, Putney Hill, London, England)

Odysseus facing the choice between Scylla and Charybdis



Τα μαγικά φίλτρα του έρωτα
επόθησεν ο Γλαύκος
μα η Κίρκη τού εδώρισε
τα δηλητήρια του πόθου και της ζήλιας

Εις μάτην τα δάκρυα της Σκύλλας
Πανώρια νύμφη το ένδυμα του σκότους να ενδυθεί
Δεν το επόθησε ποτέ
Ούτε στον πλέον ζοφερό της εφιάλτη το ελογίσθη

Τώρα το λουστρινένιο δέρμα με λέπια φρίκης
Έχει καλυφθεί
Και οι χρυσαφένιοι βόστρυχοι σε άγριες τέρατος κεφαλές
Είναι ποιημένοι.

Και η νύμφη η ζηλεμένη,
Θύμα του έρωτα, του πόθου και του φθόνου,
Αντίκρυ από την Χάρυβδη
Τα πέλαγα βιγλίζει  
Φόβος και τρόμος του Οδυσσέα
Και των περιπλανώμενων του κόσμου ετούτου
Πίνοντας μόνη τα καυτά τα δάκρυά της
Τι, ό,τι αγάπησε πολύ,
Με τα τρομακτικά σαγόνια της συντρίβει.

Κι αν κατά μοίρα θεϊκή, θνητός αλώβητος τύχει και προσπεράσει
Στην άλλη σύντροφο της συμφοράς
Την Χάρυβδη τον στέλνει.

Κάτια Α. Ξ.
Αύγουστος 2010

Odysseus shipwrecked. After meeting Charybdis
Drawing by Bonaventura Genelli

Sunday, August 8, 2010

Ο κ. Γοδεφρίδος κι εγώ II


Πίνακας
του
John Everett
Millais

English Pre-Raphaelite painter & illustrator

(Βorn June 8 1829- died August 13 1896)

A Beauty




Ο κ. Γοδεφρίδος πρέπει να έκανε έναν ύπνο βαθύ και ήρεμο εκείνη τη νύχτα, γιατί την επόμενη μέρα ξύπνησε φρέσκος και κεφάτος. Τον άκουσα, ενώ έπαιρνε το μπάνιο του, να τραγουδά με την στεντόρεια φωνή του την Madamina, προσπαθώντας να είναι ένας αξιοπρεπής Leporello.
Δύο ήταν οι αγαπημένες όπερες του κ. Γοδεφρίδου, τις οποίες άκουγε με τις ώρες τα φθινοπωρινά και χειμωνιάτικα απογεύματα. Don Giovanni και Andrea Chénier. 
Μάλιστα, κουνούσε έντονα τα χέρια του δεξιά κι αριστερά, σαν να διηύθυνε μια φανταστική ορχήστρα, ενώ έγερνε ταυτόχρονα το κεφάλι του στο πλάι, έχοντας τα μάτια κλειστά και ταξιδεύοντας νοερά, ποιός ξέρει πού... Συχνά οι κινήσεις του γίνονταν ιδιαίτερα έντονες, εναρμονιζόμενες με τις εξάρσεις της μουσικής!
Τις ανοιξιάτικες και καλοκαιρινές βραδιές, πάλι,  προτιμούσε να ακούει και να σιγομουρμουρίζει μερικές σονάτες του Chopin και τα Βραδεμβούργια κονσέρτα του Bach. 
Πάντα με κλειστά μάτια, λύγιζε κάνοντας το σώμα του να κυματίζει πέρα-δώθε, σαν να είχε αφήσει τα κύματα της μουσικής θάλασσας να τον παρασύρουν σε κάποιο μαγικό νησί!

Α! Όλα κι όλα! Ο κ. Γοδεφρίδος είχε ανεπτυγμένο μουσικό κριτήριο. Και η αισθητική του ήταν ιδιαίτερα υψηλή, θα μπορούσα να πω...
Ήμουν στην ευρύχωρη, φωτεινή κουζίνα και τακτοποιούσα τα καλογυαλισμένα, μπακιρένια σκεύη, που κρέμονταν πάνω από τον πάγκο, ενώ στην φωτιά έβραζα νερό για το τσάι. 

Υπήρξαν κάποια λεπτά απόλυτης σιωπής στο σπίτι, καθώς ο κ. Γοδεφρίδος είχε σταματήσει να τραγουδά. Θα είχε γυρίσει στην κρεβατοκάμαρά του να ντυθεί, ασφαλώς.
Εισέπνευσα με ευχαρίστηση τη ζεστασιά της κουζίνας και απόλαυσα τη γλυκιά ησυχία. Οι μόνοι θόρυβοι ήταν τα κούτσουρα, που τριζοβολούσαν στο τζάκι και το κροτάλισμα από τις φίνες πορσελάνες Βοημίας με τα λεπτά χρυσοδουλεμένα φινιρίσματα, καθώς τις τοποθετούσα στο τραπέζι για το σερβίρισμα του τσαγιού.

Ο κ. Γοδεφρίδος αγαπούσε τα όμορφα γεμάτα φινέτσα αντικείμενα. Έλεγε, ότι τον γέμιζαν με  κάποιου είδους προσωρινή ευτυχία!
Το φρυγανισμένο ψωμί άχνιζε και μοσχοβολούσε, σερβιρισμένο ήδη μέσα στην πιατέλα, ενώ ολόφρεσκο βούτυρο, μαρμελάδα από μούρα και κατσικίσιο τυρί ανέδιναν ήδη γαργαλιστικές ευωδίες.
"Πολύ ωραία, πολύ ωραία, αγαπητή μου! Ξυπνήσατε νωρίς, βλέπω! 
Όλα έτοιμα και όλα στην ώρα τους!"
Ο κ. Γοδεφρίδος είχε κάνει μια θορυβώδη και χαρούμενη είσοδο στην κουζίνα, φέρνοντας ένα δροσερό αέρα από ακριβή κολόνια και ταμπάκο!
Κάπνιζε τον μυρωδάτο καπνό του μόνο στο δωμάτιό του ή στο γραφείο του και μόνο με τα παράθυρα ανοιχτά!
"Καλημέρα. Το τσάι είναι έτοιμο", είπα σερβίροντάς τον.
"Λοιπόν, πώς κοιμηθήκατε;", ρώτησε με ενδιαφέρον ο κ. Γοδεφρίδος, 
ρουφώντας μια μεγάλη γουλιά καυτό τσάι.
"Ελαφρά", απάντησα, ενώ καθόμουν απέναντί του για να πιω το ρόφημά μου.
Πράγματι, μετά τα μεσάνυχτα είχε αρχίσει να φυσάει δυνατά. 
Σταμάτησε η χιονόπτωση, αλλά όλη τη νύχτα τα κλαδιά των δέντρων χτυπούσαν με μανία στα παράθυρα, 
σαν να ήθελαν, θαρρείς, να εισβάλλουν μέσα στο δωμάτιο, κάνοντας τα παλιά ξύλινα παντζούρια με τους μεντεσέδες να τρίζουν απαίσια.

"Ω! Εγώ κοιμήθηκα σαν πουλάκι, σαν πουλάκι, μα την αλήθεια! Αλλά, αν δεν με απατά η μνήμη μου, εχτές το βράδυ έπεσε στην αντίληψή μου, ότι θέλατε να συνεχίσουμε τη μικρή μας κουβεντούλα! Τι λέτε; Δεν είναι καλύτερα να συνεχίσουμε τώρα, με το φως της ημέρας;"
"Με το φως της ημέρας...", επανέλαβα λίγο αφηρημένα...
"Μα, ναι, φυσικά! Ας την συνεχίσουμε, λοιπόν, πίνοντας το τσάι μας. Συμφωνείτε, αγαπητή μου;",  με ρώτησε χαμογελαστά ο κ. Γοδεφρίδος.

Συνεχίζεται....

Κ. Α. Ξ. 2010

Wednesday, June 9, 2010

Ο κ. Γοδεφρίδος κι εγώ I

Πίνακας του
John William Waterhouse
English Pre-Raphaelite Painter
(1849 - 1917)


Ophelia


Μέρος 1ον.

"Αστειότητες, αγαπητή μου", είπε ο κ. Γοδεφρίδος κι ελαφροπατώντας, βγήκε από το δωμάτιο, κλείνοντας πίσω του απαλά την πόρτα, χωρίς να σταθεί ν' ακούσει έστω και μια λέξη μου.
Πήγα προς το παράθυρο, αφήνοντας έναν αναστεναγμό, όλο παράπονο, αλλά χαμογέλασα μόλις αντίκρισα τις χαρούμενες νιφάδες του χιονιού, που στροβιλίζονταν σιωπηλά και ξέγνοιαστα πριν πέσουν προσεκτικά στο αφράτο, λευκό στρώμα, που είχε απλωθεί έξω...
"Ω, φίλε μου", είπα στον απόντα κ. Γοδεφρίδο, -τού χρωστούσα την απάντηση!- "όλα είναι υπέροχα, όσο είναι αστειότητες, όπως τα αποκαλείτε! Μα τι γίνεται όταν πάψουν να είναι αστεία, ούτως ειπείν; Και τώρα, μα την αλήθεια, πολύ φοβούμαι, ότι έχουν πάψει..."
Το σκοτάδι άρχισε να απλώνεται στον μακρινό ορίζοντα, ενώ στο τζάκι, μια δυνατή κατακόκκινη φωτιά τριζοβολούσε παιχνιδιάρικα...

Συνεχίζεται...

Κάτια Α. Ξ. 2010

Thursday, May 20, 2010

Σκουριασμένοι δείκτες


Πίνακας του
Pieter Bruegel the Elder
(Flemish painter)
(Born c. 1525, probably Breda, duchy of Brabant [now in The Netherlands]
died Sept. 5/9, 1569, Brussels [now in Belgium])


The Corn Harvest (August)
1565
Oil on wood, 118 x 161 cm
Metropolitan Museum of Art, New York



Details






Αυτή η πόλη με ζώνει
σαν δηλητηριώδες φίδι
τα κτίρια
με παράθυρα που χάσκουν
σαν στόματα νεκρών
εξουσιάζουν τις ανάσες μου
οι άνθρωποι
πάντα σκυθρωποί
βαδίζουν σαν υπνοβάτες
ανάμεσα σε σπασμένα ρολόγια
ο χρόνος δείχνει ακινητοποιημένος
ίσως και ακοίμητος
αυτός, που όλα τα δαμάζει
που όλα τα ορά
που δεν κουράζεται ποτέ.
Κι όσο το φίδι σφίγγεται γύρο μου
τόσο αυτός περιγελά τους δείκτες
που στράβωσαν και σκούριαασαν
σε αναλόγια
παράφωνων συγχορδιών.

Κάτια Α. Ξ. 2010

Tuesday, April 6, 2010

Resurrection


Πίνακας του
Pietro Perugino
(Pietro di Cristoforo Vannucci)

(Born c. 1450, Città della Pieve, near Perugia, Romagna [Italy]
Died , February/March 1523, Fontignano, near Perugia)

The Ascension of Christ

1496-98
Oil on panel, 342 x 263 cm
Musée Municipal des Beaux-Arts, Lyon





Ανάσταση
Όχι της ψυχής
Μα του κορμιού;
Καθόλου
Τότε τι γυρεύεις καρδιά μου
σαν σκιά περιπλανώμενη
στα σκότη του Άδη;
Τι προσμένεις;

Στέγνωσαν τα φιλιά

ξεράθηκαν οι πηγές
που κελάρυζαν γκυκά στ'αυτιά σου.
Τι καρτεράς
γονυπετής
μπροστά σ' ατέρμονη σκάλα;
Κι είναι ψηλή, ατέλειωτη
τα σύννεφα αγγίζει.
Τώρα που οι καμπάνες σιώπησαν
τα κλειδοκύμβαλα ξεκούρδιστα
ρυπαίνουν τη ζωή μου.
Με τα μαλλιά την-δίχως τέλος- σκάλα
σκουπίζω
και με τα χέρια
διώχνω τα αγκάθια.
Το αίμα μου την κοσμεί
με πέταλα πορφύρας.

Τι καρτεράς καρδιά μου

στα μαύρα βάθη;
Ο ένας δείκτης
πάντα μεσάνυχτα θα δείχνει
κι ο άλλος σταματημένος
σε ψυχή βαριά
που τα βήματά της σέρνει
ανάμεσα σε σπασμένα αγάλματα
και ξεραμένες λίμνες
και λυγμούς
που δεν βγήκαν
κι αμπαρώνουν τη ζωή μου
σε σιδηρόφρακτο εφιάλτη.

Κάτια Ξ. 2010

Sunday, February 14, 2010

Των Ερώτων τα Παραμύθια



Στα ηχεία μας σήμερα: Medieval Music

Πίνακας του 
Alessandro Magnasco
Italian painter
~γνωστός και ως Lissandrino ή Il Lissandrino~

(born Feb. 4, 1667, Genoa [Italy],

died March 12, 1749, Genoa)




Έχει κάποιο νόημα η ύπαρξή μας
ή είμαστε μόνο ξερά φύλλα
ριγμένα στο χώμα
που τα παρασύρει ο άνεμος και τα πετά
σε δύσοσμους βάλτους;

Ξερά φύλλα
που τα παίρνει ο έρωτας
και τα νοτίζει με μουχλιασμένα δάκρυα.

Μετά από βαθιές λύπες
απογυμνώνεται η ψυχή
και το κορμί να ξαποστάσει αποζητά
σε ριζά κορμών
μέσ' το φυλλωμένο δάσος
που καλά φυλαγμένα
κρατά τα μυστικά του.
Κι ευτυχώς,
γιατί είναι η μόνη παρηγοριά
που έχει απομείνει
για τις στεγνωμένες
~από τον ανελέητο ήλιο~
υπάρξεις.

Το δάσος
και η απεραντοσύνη της θάλασσας
με τα μεγάλα κύματα
~που κάθε βράδυ με καταπίνουν~
με στοιχειώνουν
στον ύπνο μου
ωθώντας με πιεστικά
να αφήνω σημάδια μελάνης κι αίματος
σε παρθένο χαρτί.

Καθώς τα αντικείμενα γύρο μου

αποκτούν ψυχή,
ενώ οι άνθρωποι χάνουν τη δική τους,
εστιάζω στους ψιθύρους της σκόνης
και της λησμονιάς:
"Έχασες το δρόμο κι άργησες"

Των ερώτων τα παραμύθια
στράγγισαν από χυμούς
ενώ το πρασινόμαυρο δάσος
υγραίνει το μέλλον
των ανεκπλήρωτων πόθων.

Μια ρίζα να γείρω

ν' αποκοιμηθώ
να πάψουν να με στοιχειώνουν
οι παλίρροιες και τα τέρατα.

Μια ρίζα δροσισμένη από γλυκιά αχλή.

Μόνο αυτό
Θέλω

Κάτια Α. Ξ. 2010



Friday, December 25, 2009

Pieter Bruegel the Elder

Pieter Bruegel, the Elder


(born c. 1525, probably Breda, duchy of Brabant [now in The Netherlands]
died Sept. 5/9, 1569, Brussels [now in Belgium])


Ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους της Φλαμανδικής σχολής
και από τους πλέον αγαπημένους μου.
Είχα την ευτυχία να θαυμάσω μερικά από τα μνημειώδη έργα του στο 
Βασιλικό Μουσείο Καλών Τεχνών

στις Βρυξέλλες.




Το μουσείο 

(φωτο τραβηγμένες από εμένα - καλοκαίρι 2008)












Winter Landscape with Skaters and Bird Trap

1565

Oil on panel, 37 x 55,5 cm

Musιes Royaux des Beaux-Arts, Brussels







Details













The Census at Bethlehem

1566

Oil on oak, 116 x 164 cm

Musιes Royaux des Beaux-Arts, Brussels







Details






















The Massacre of the Innocents

1565-67

Oil on panel, 111 x 160 cm

Kunsthistorisches Museum, Vienna









Details





Κάτια Α. 2009

Sunday, September 13, 2009

'9'

Ο εφιαλτικός κόσμος του
Otto Dix,
ζωντανεύει στο  
"9"
του  
Tim Burton




Παρουσίαση της ταινίας προσεχώς.
Κάτια Α.

Friday, August 21, 2009

Ερείπια Εκπάγλου Καλλονής

Στα ηχεία μας σήμερα:
I Muvrini



Beauty

 
  
  
  
  
Πανέμορφα νεοκλασσικά,
εγκαταλελειμμένα από το δυσλειτουργικό μας κράτος,
παρακμάζουν με αξιοπρέπεια...
  
  
  

ενώ κάποια άλλα ανθούν, 
στολίζοντας μοναδικά την μουντή καθημερινότητα 
των μεγαλουπόλεων...
  
  


...and the beast.... 

Ποιοί άνοες, άνευ παιδείας, αισθητικής, φαντασίας και οράματος σχεδιαστές πόλεων, 
αρχιτέκτονες, μηχανικοί, εργολάβοι και λοιποί "τεχνογνώστες"
αποφάσισαν και έκριναν, ότι ο σύγχρονος Έλληνας μπορεί να βιώνει την καθημερινότητά του μέσα σε αυτά τα τερατουργηματκά κουτιά;
Το μεγαλύτερο ανοσιούργημα αισθητικής έχει συντελεσθεί στις πόλεις της ελληνικής επικράτειας
και είναι δυστυχώς,
ΜΗ ΑΝΑΣΤΡΕΨΙΜΟ!
 
 
  
  
  



Πανέμορφα ερείπια στην Κορσική

Απ' έξω...

  
  

Κι από μέσα....


  
Μήπως, οι "άλλοι" ξέρουν κάτι περισσότερο από εμάς;
Μήπως σέβονται περισσότερο το περιβάλλον, 
την ιστορική τους συνέχεια και συνοχή, 
εν κατακλείδι, τον ίδιον τους τον εαυτό;
Μήπως...;;;

Κάτια Α.
Σημ. Όλες οι φωτογραφίες της ανάρτησης, καθώς και η φωτό της προμετωπίδας, 
τραβήχτηκαν από την υπογράφουσα (Ιούλιος-Αύγουστος 2009
και  Απρίλιος 2009) .

Friday, July 3, 2009

Dante Gabriel Rossetti


Στα ηχεία μας σήμερα:
Mozart
The Magic Flute


Dante Gabriel Rossetti

English Pre-Raphaelite artist
~original name Gabriel Charles Dante Rossetti~

(Born May 12, 1828, London, England,
died April 9, 1882, Birchington-on-Sea, Kent)


Γιός Ιταλού μετανάστη, γεννημένος στο Λονδίνο, στην Αγγλία, την χώρα των ιπποτών και των θρύλων, υπήρξε μαζί με τον William Holman Hunt, ο εμπνευστής μιας νέας φιλοσοφίας στην Τέχνη, ενός ρεύματος που "έσπαγε" τη φυσική συνέχεια στις τάσεις της εποχής και αποθέωνε την μεσαιωνική θεώρηση των πραγμάτων. Αποτέλεσμα αυτής την καλλιτεχνικής ανησυχίας και αναζήτησης ήταν η δημιουργία ενός από τα πιο εμβληματικά κινήματα στην ιστορία της Τέχνης, του κινήματος των Προ-Ραφαηλιτών.

Ο Dante Gabriel Rossetti υπήρξε λάτρης του Δάντη, στον εφιαλτικό κόσμο των ποιημάτων του οποίου είχε καταδυθεί πολλές φορές. Τιμώντας τον ποιητή, υπέγραφε ως Dante.
Με τα καρμικά νούμερα 8 και 2 σε αναστροφή στις χρονολογίες γέννησης και θανάτου του, ο Rossetti, όπως οι περισσότεροι ιδιοφυείς καλλιτέχνες, υπήρξε αυτοκαταστροφικός, εθίστηκε σε οπιούχες και υπνωτικές ουσίες, καταστρέφοντας αργά και μεθοδικά την υγεία του, όπως καταστράφηκε και η υγεία της γυναίκας του από την χρόνια χρήση του λάβδανου. (Το λάβδανο είναι μία παυσίπονη ουσία, που ακόμα και σήμερα χορηγούν, κυρίως οι οδοντίατροι, σε ελάχιστες ποσότητες στους ασθενείς τους)

Ο Rossetti ήταν ένας αθεράπευτα ρομαντικός, που συχνά κατέφευγε στην ποίηση για να εκφράσει τον πλούτο των συναισθημάτων του και την πολύπλοκη και αινιγματική φύση του.
Μερικά ποιήματά του παρατίθενται παρακάτω.

Οι πίνακες του είναι γεμάτοι φως, οι μορφές του αινιγματικά μελαγχολικές, ωστόσο παραπέμπουν σε ένα κόσμο ονείρου και ιδεαλιστικών οραμάτων.
Γεμάτες φυσική στιβαρότητα, υγεία και ζωντάνια, πράγματα που ήταν ζητούμενα την εποχή που έζησε ο Rossetti, όταν ο κόσμος μαστιζόταν από ανίατες ασθένειες, όπως η φυματίωση και η υγεία και φυσική κατάσταση του πληθυσμού ήταν ιδιαίτερα εύθραυστες, ειδικά στις χώρες με άσχημες κλιματικές συνθήκες και υγρασία, όπως η Αγγλία, οι φιγούρες του ήταν η εκπροσώπηση του ιδεώδους, του ιδεατού και του τέλειου!
Ήταν οι δικές του Καρυάτιδες, με τα αγαλμάτινα κορμιά, τις πλούσιες και περίτεχνες κόμες και τα δυνατά γεμάτα υγεία και αυτοπεποίθηση μέλη.
Ακόμα και στην αναπαράσταση του θανάτου της Beatrice, η μορφή της εκλιπούσας μοιάζει να κοιμάται ένα γλυκόν ύπνο, γεμάτον τρυεφερά όνειρα, καθώς δέχεται τον ασπασμό του αγαπημένου της, υπό μορφήν αγγέλου.
Τα χείλη της είναι ροδαλά και τα πλούσια μαλλιά της κυματίζουν θωπευτικά και υπνωτιστικά, αιχμαλωτίζοντας τη ματιά.
Θα μπορούσα να αναλύω επί ώρες τους μαγευτικούς και πλούσιους χρωματικά, αισθητικά και νοηματικά πίνακες του Δάντη της ζωγραφικής.
Αλλά καλύτερα να αφήσω εσάς να απολαύσετε τα έργα του και να δώσετε τις δικές σας ερμηνείες...

© Κάτια Α.


Self-portrait, 1847

The Day Dream

The Blessed Damozel

A Sea Spell

La Ghirlandata

Dante's Dream at the Time of the Death of Beatrice


The Blue Closet


The Tune of the Seven Towers


Poems by D. G. Rossetti

Lady Lilith

Of Adam's first wife, Lilith, it is told
(The witch he loved before the gift of Eve.)
That, ere the snake's, her sweet tongue could deceive,
And still her enchanted hair was the first gold.

And still she sits, young while the earth is old,
And, subtly of herself contemplative,
Draws men to watch the bright web she can weave,
Till heart and body and life are in its hold.

The rose and poppy are her flowers; for where
Is he not found, O Lilith, whom shed scent
And soft-shed kisses and soft sleep shall snare?
Lo! as that youth's eyes burned at thine, so went
Thy spell through him, and left his straight neck bent,
And round his heart one strangling golden hair.


Sybilla Palmifera

Under the arch of life, where love and death,
Terror and mystery, guard her shrine, I saw
Beauty enthroned; and though her gaze struck awe,
I drew it in as simply as my breath.

Hers are the eyes which, over and beneath
The sky and sea bend on thee, — which can draw,
By sea or sky or woman, to one law,
The allotted bondman of her palm and wreath.

This is that Lady Beauty, in whose praise
Thy voice and hand shake still, — long known to thee
By flying hair and fluttering hem, — the beat
Following her daily of thy heart and feet,
How passionately and irretrievably,
In what fond flight, how many ways and days!




A Sea Spell

Her lute hangs shadowed in the apple-tree,
While flashing fingers weave the sweet-strung spell
Between its chords; and as the wild notes swell,
The sea-bird for those branches leaves the sea.
But to what sound her listening ear stoops she?
What netherworld gulf-whispers doth she hear,
In answering echoes from what planisphere,
Along the wind, along the estuary?
She sinks into her spell: and when full soon
Her lips move and she soars into her song,
What creatures of the midmost main shall throng
In furrowed self-clouds to the summoning rune,
Till he, the fated mariner, hears her cry,
And up her rock, bare breasted, comes to die?