Showing posts with label whispers. Show all posts
Showing posts with label whispers. Show all posts

Sunday, February 12, 2012

Υγρές Σκιές

Πίνακες του
James Sant
British painter
(1820-1916)

Children in the Wood


Η γκρίζα βροχή
η θλιμμένη, γριά βροχή
χτυπάει πάλι τα παραθύρια μου
τα παντζούρια, τα διαβρωμένα από το ρυθμικό χορό της
και τα τζάμια μου.
Πέφτει επάνω τους φρενιασμένα
αναδεύοντας τις άγριες πευκοβελόνες
που ρίχνονται προς το βορρά
εκεί που έχει στραμμένη την πνοή του ο άνεμος
Το γέρικο σκυλί κουρνιάζει μες στις πέτρες
και στα αγριοάγκαθα
απορημένο με το αλύχτισμά του
που δεν ακούγεται πια
σωπασμένο από τον αλλόκοτο υγρό ήχο.

Υγρούς ήχους γέμισε η αυλή μου
το σπίτι μου υγρές σκιές
στα όνειρά μου βρόχινα δωμάτια
όλα ανασχηματίζονται
όλα εξατμίζονται μέσα από τα ανοιχτά μου χέρια.

Μόνο οι στέρεες πευκοβελόνες
χορεύοντας τρελό χορό
τρυπούν τους κερατοειδείς μου
θυμίζοντάς μου
πως βουτηγμένη μες τα βρόχινα ρυάκια
κυλάει η ζωή.

Κάτια Ξ
Φεβρουάριος 2012

Little red Riding Hood
 

Wednesday, August 17, 2011

Το Τώρα


Στα ηχεία μας σήμερα:
Bryan Ferry
(Bête Noire, Windswept
Nocturne, Which Way To Turn)

Photos, header included,
taken by me
Naoussa, Paros 2009
and
Full Moon at Paros Aug., 2009




Τα λευκά και τα μαύρα
αγκαλιάζουν το μυαλό μου
τώρα είναι η στιγμή
μα ποτέ δεν φτάνει το τώρα
ανέμη τυλιγμένη σε παιδικό παραμύθι τεράτων
σκύβει να πιει από το ποτάμι της άρνησης
τρίζει η σκάλα
και δέρνονται τα παντζούρια
από τον άνεμο που λυσσομανά
και τα λευκά
με αφελή ασυνέπεια
χαμογελούν σε ραγισμένους τοίχους

ενώ τα μαύρα...
γαντζώνονται στην ψυχή μου
και την τυραννούν
με ήχους άσκοπους
και αφέγγαρες πανσελήνους

Αύγουστος 2009
Κάτια Α. Ξ.

Tuesday, August 24, 2010

Σκύλλα και Χάρυβδις

Πίνακας του
Henry Fuseli
(Johann Heinrich Füssli)

(Born Feb. 7, 1741, Zürich, Switzerland-
died April 16, 1825, Putney Hill, London, England)

Odysseus facing the choice between Scylla and Charybdis



Τα μαγικά φίλτρα του έρωτα
επόθησεν ο Γλαύκος
μα η Κίρκη τού εδώρισε
τα δηλητήρια του πόθου και της ζήλιας

Εις μάτην τα δάκρυα της Σκύλλας
Πανώρια νύμφη το ένδυμα του σκότους να ενδυθεί
Δεν το επόθησε ποτέ
Ούτε στον πλέον ζοφερό της εφιάλτη το ελογίσθη

Τώρα το λουστρινένιο δέρμα με λέπια φρίκης
Έχει καλυφθεί
Και οι χρυσαφένιοι βόστρυχοι σε άγριες τέρατος κεφαλές
Είναι ποιημένοι.

Και η νύμφη η ζηλεμένη,
Θύμα του έρωτα, του πόθου και του φθόνου,
Αντίκρυ από την Χάρυβδη
Τα πέλαγα βιγλίζει  
Φόβος και τρόμος του Οδυσσέα
Και των περιπλανώμενων του κόσμου ετούτου
Πίνοντας μόνη τα καυτά τα δάκρυά της
Τι, ό,τι αγάπησε πολύ,
Με τα τρομακτικά σαγόνια της συντρίβει.

Κι αν κατά μοίρα θεϊκή, θνητός αλώβητος τύχει και προσπεράσει
Στην άλλη σύντροφο της συμφοράς
Την Χάρυβδη τον στέλνει.

Κάτια Α. Ξ.
Αύγουστος 2010

Odysseus shipwrecked. After meeting Charybdis
Drawing by Bonaventura Genelli

Sunday, August 8, 2010

Ο κ. Γοδεφρίδος κι εγώ II


Πίνακας
του
John Everett
Millais

English Pre-Raphaelite painter & illustrator

(Βorn June 8 1829- died August 13 1896)

A Beauty




Ο κ. Γοδεφρίδος πρέπει να έκανε έναν ύπνο βαθύ και ήρεμο εκείνη τη νύχτα, γιατί την επόμενη μέρα ξύπνησε φρέσκος και κεφάτος. Τον άκουσα, ενώ έπαιρνε το μπάνιο του, να τραγουδά με την στεντόρεια φωνή του την Madamina, προσπαθώντας να είναι ένας αξιοπρεπής Leporello.
Δύο ήταν οι αγαπημένες όπερες του κ. Γοδεφρίδου, τις οποίες άκουγε με τις ώρες τα φθινοπωρινά και χειμωνιάτικα απογεύματα. Don Giovanni και Andrea Chénier. 
Μάλιστα, κουνούσε έντονα τα χέρια του δεξιά κι αριστερά, σαν να διηύθυνε μια φανταστική ορχήστρα, ενώ έγερνε ταυτόχρονα το κεφάλι του στο πλάι, έχοντας τα μάτια κλειστά και ταξιδεύοντας νοερά, ποιός ξέρει πού... Συχνά οι κινήσεις του γίνονταν ιδιαίτερα έντονες, εναρμονιζόμενες με τις εξάρσεις της μουσικής!
Τις ανοιξιάτικες και καλοκαιρινές βραδιές, πάλι,  προτιμούσε να ακούει και να σιγομουρμουρίζει μερικές σονάτες του Chopin και τα Βραδεμβούργια κονσέρτα του Bach. 
Πάντα με κλειστά μάτια, λύγιζε κάνοντας το σώμα του να κυματίζει πέρα-δώθε, σαν να είχε αφήσει τα κύματα της μουσικής θάλασσας να τον παρασύρουν σε κάποιο μαγικό νησί!

Α! Όλα κι όλα! Ο κ. Γοδεφρίδος είχε ανεπτυγμένο μουσικό κριτήριο. Και η αισθητική του ήταν ιδιαίτερα υψηλή, θα μπορούσα να πω...
Ήμουν στην ευρύχωρη, φωτεινή κουζίνα και τακτοποιούσα τα καλογυαλισμένα, μπακιρένια σκεύη, που κρέμονταν πάνω από τον πάγκο, ενώ στην φωτιά έβραζα νερό για το τσάι. 

Υπήρξαν κάποια λεπτά απόλυτης σιωπής στο σπίτι, καθώς ο κ. Γοδεφρίδος είχε σταματήσει να τραγουδά. Θα είχε γυρίσει στην κρεβατοκάμαρά του να ντυθεί, ασφαλώς.
Εισέπνευσα με ευχαρίστηση τη ζεστασιά της κουζίνας και απόλαυσα τη γλυκιά ησυχία. Οι μόνοι θόρυβοι ήταν τα κούτσουρα, που τριζοβολούσαν στο τζάκι και το κροτάλισμα από τις φίνες πορσελάνες Βοημίας με τα λεπτά χρυσοδουλεμένα φινιρίσματα, καθώς τις τοποθετούσα στο τραπέζι για το σερβίρισμα του τσαγιού.

Ο κ. Γοδεφρίδος αγαπούσε τα όμορφα γεμάτα φινέτσα αντικείμενα. Έλεγε, ότι τον γέμιζαν με  κάποιου είδους προσωρινή ευτυχία!
Το φρυγανισμένο ψωμί άχνιζε και μοσχοβολούσε, σερβιρισμένο ήδη μέσα στην πιατέλα, ενώ ολόφρεσκο βούτυρο, μαρμελάδα από μούρα και κατσικίσιο τυρί ανέδιναν ήδη γαργαλιστικές ευωδίες.
"Πολύ ωραία, πολύ ωραία, αγαπητή μου! Ξυπνήσατε νωρίς, βλέπω! 
Όλα έτοιμα και όλα στην ώρα τους!"
Ο κ. Γοδεφρίδος είχε κάνει μια θορυβώδη και χαρούμενη είσοδο στην κουζίνα, φέρνοντας ένα δροσερό αέρα από ακριβή κολόνια και ταμπάκο!
Κάπνιζε τον μυρωδάτο καπνό του μόνο στο δωμάτιό του ή στο γραφείο του και μόνο με τα παράθυρα ανοιχτά!
"Καλημέρα. Το τσάι είναι έτοιμο", είπα σερβίροντάς τον.
"Λοιπόν, πώς κοιμηθήκατε;", ρώτησε με ενδιαφέρον ο κ. Γοδεφρίδος, 
ρουφώντας μια μεγάλη γουλιά καυτό τσάι.
"Ελαφρά", απάντησα, ενώ καθόμουν απέναντί του για να πιω το ρόφημά μου.
Πράγματι, μετά τα μεσάνυχτα είχε αρχίσει να φυσάει δυνατά. 
Σταμάτησε η χιονόπτωση, αλλά όλη τη νύχτα τα κλαδιά των δέντρων χτυπούσαν με μανία στα παράθυρα, 
σαν να ήθελαν, θαρρείς, να εισβάλλουν μέσα στο δωμάτιο, κάνοντας τα παλιά ξύλινα παντζούρια με τους μεντεσέδες να τρίζουν απαίσια.

"Ω! Εγώ κοιμήθηκα σαν πουλάκι, σαν πουλάκι, μα την αλήθεια! Αλλά, αν δεν με απατά η μνήμη μου, εχτές το βράδυ έπεσε στην αντίληψή μου, ότι θέλατε να συνεχίσουμε τη μικρή μας κουβεντούλα! Τι λέτε; Δεν είναι καλύτερα να συνεχίσουμε τώρα, με το φως της ημέρας;"
"Με το φως της ημέρας...", επανέλαβα λίγο αφηρημένα...
"Μα, ναι, φυσικά! Ας την συνεχίσουμε, λοιπόν, πίνοντας το τσάι μας. Συμφωνείτε, αγαπητή μου;",  με ρώτησε χαμογελαστά ο κ. Γοδεφρίδος.

Συνεχίζεται....

Κ. Α. Ξ. 2010

Wednesday, June 9, 2010

Ο κ. Γοδεφρίδος κι εγώ I

Πίνακας του
John William Waterhouse
English Pre-Raphaelite Painter
(1849 - 1917)


Ophelia


Μέρος 1ον.

"Αστειότητες, αγαπητή μου", είπε ο κ. Γοδεφρίδος κι ελαφροπατώντας, βγήκε από το δωμάτιο, κλείνοντας πίσω του απαλά την πόρτα, χωρίς να σταθεί ν' ακούσει έστω και μια λέξη μου.
Πήγα προς το παράθυρο, αφήνοντας έναν αναστεναγμό, όλο παράπονο, αλλά χαμογέλασα μόλις αντίκρισα τις χαρούμενες νιφάδες του χιονιού, που στροβιλίζονταν σιωπηλά και ξέγνοιαστα πριν πέσουν προσεκτικά στο αφράτο, λευκό στρώμα, που είχε απλωθεί έξω...
"Ω, φίλε μου", είπα στον απόντα κ. Γοδεφρίδο, -τού χρωστούσα την απάντηση!- "όλα είναι υπέροχα, όσο είναι αστειότητες, όπως τα αποκαλείτε! Μα τι γίνεται όταν πάψουν να είναι αστεία, ούτως ειπείν; Και τώρα, μα την αλήθεια, πολύ φοβούμαι, ότι έχουν πάψει..."
Το σκοτάδι άρχισε να απλώνεται στον μακρινό ορίζοντα, ενώ στο τζάκι, μια δυνατή κατακόκκινη φωτιά τριζοβολούσε παιχνιδιάρικα...

Συνεχίζεται...

Κάτια Α. Ξ. 2010

Thursday, May 20, 2010

Σκουριασμένοι δείκτες


Πίνακας του
Pieter Bruegel the Elder
(Flemish painter)
(Born c. 1525, probably Breda, duchy of Brabant [now in The Netherlands]
died Sept. 5/9, 1569, Brussels [now in Belgium])


The Corn Harvest (August)
1565
Oil on wood, 118 x 161 cm
Metropolitan Museum of Art, New York



Details






Αυτή η πόλη με ζώνει
σαν δηλητηριώδες φίδι
τα κτίρια
με παράθυρα που χάσκουν
σαν στόματα νεκρών
εξουσιάζουν τις ανάσες μου
οι άνθρωποι
πάντα σκυθρωποί
βαδίζουν σαν υπνοβάτες
ανάμεσα σε σπασμένα ρολόγια
ο χρόνος δείχνει ακινητοποιημένος
ίσως και ακοίμητος
αυτός, που όλα τα δαμάζει
που όλα τα ορά
που δεν κουράζεται ποτέ.
Κι όσο το φίδι σφίγγεται γύρο μου
τόσο αυτός περιγελά τους δείκτες
που στράβωσαν και σκούριαασαν
σε αναλόγια
παράφωνων συγχορδιών.

Κάτια Α. Ξ. 2010

Sunday, November 1, 2009

(My) Avatar(s)



Αναμένοντας με αγωνία την πολλά υποσχόμενη ταινία "Avatar"  
του James Cameron,
και διαβάζοντας τα στατιστικά στοιχεία, για το πόσο ραγδαία εξαπλώνεται η διαδικτύωση των ανθρώπων στον πλανήτη, σκέπτομαι πόσοι από εμάς, παράλληλα με την "πραγματική πραγματικότητα", ζούμε και σε μια άλλη, εικονική πραγματικότητα!

Μα, ναι! Είμαστε ισορροπημένοι, κοινωνικοί, έχουμε τις δραστηριότητές μας, τις επαγγελματικές μας υποχρεώσεις, τις σπουδές και όλα αυτά τα πολύ αληθινά.
Αλλά, παράλληλα έχουμε δημιουργήσει και τα δικά μας avatars. Και τα βρίσκουμε διασκεδαστικά, ενίοτε και χαριτωμένα.
Τα ντύνουμε, τα φροντίζουμε, τούς αλλάζουμε ρούχα και χρώμα μαλλιών, ενίοτε μάς ζητούν τα τα ταΐσουμε κιόλας! 
Προσωπικά, δεν γνωρίζω κανένα στον κύκλο μου- και είναι αρκετά μεγάλος!- που να έχει παραλείψει αυτό το "ύψιστο καθήκον", να δημιουργήσει δηλαδή το δικό του avatar!
Τι μάς εξωθεί να φτιάχνουμε αυτά τα συμπαθητικά "mini me" και να τα κινούμε κατά τις επιταγές του application?

Θα εξομολογηθώ κάτι: Όταν ήμουν μικρή, κάπου στα 10-12, η πιο σφοδρή επιθυμία μου ήταν να έχω ένα κουκλόσπιτο με μικροσκοπικά ανθρωπάκια, ζωντανά, και να παρακολουθώ κάθε τους δραστηριότητα! Mα κάθε!
Αρκετά spooky, ε;
Μεγαλώνοντας, άρχισα να "παίζω", με την καλή έννοια, με πραγματικούς ανθρώπους, φλερτ, έρωτες, αγάπες, χωρισμοί...
Τι να το κάνεις, όμως;
Εμφανίζονται, ξαφνικά, τα applications (εφαρμογές ή online παιχνίδια), για να σε μετατρέψουν σε ηδονοβλεψία του εαυτού σου!
Μήπως, όμως, αυτή είναι η λέξη κλειδί, στην οποίαν βασίζεται η τρομακτική επιτυχία
των apps και η κατακλυσμιαία δημιουργία εικονικών λιλιπούτειων, δηλαδή, avatars;
Μήπως τρελαινόμαστε να βλέπουμε τον εαυτό μας από ψηλά και να τον κατευθύνουμε εμείς και μόνον εμείς, σε μια κοινωνία, όπου τα πάντα είναι προδιαγεγραμμένα για μάς από άλλους;
Μπα! Κι αυτή μια ψευδαίσθηση είναι, τελικά.
Τα applications είναι κι αυτά προγραμματισμένα! 
Τα avatars έχουν συγκεκριμένες δυνατότητες.
Είτε στην πραγματική, είτε στην εικονική ζωή, λοιπόν, η υπέρβαση είναι δύσκολη έως ακατόρθωτη.
Μένει σε μάς να επιλέξουμε ποιες υπερβάσεις θέλουμε να κάνουμε.


Κάτια Α. 2009


My Avatars



 

and the real me

 

Sunday, September 6, 2009

Το Τώρα

Στα ηχεία μας σήμερα:
Bryan Ferry
(Bête Noire, Windswept
Nocturne, Which Way To Turn)

Photos, header included,
taken by me
Naoussa, Paros 2009
and
Full Moon at Paros Aug., 2009




Τα λευκά και τα μαύρα
αγκαλιάζουν το μυαλό μου
τώρα είναι η στιγμή
μα ποτέ δεν φτάνει το τώρα
ανέμη τυλιγμένη σε παιδικό παραμύθι τεράτων
σκύβει να πιει από το ποτάμι της άρνησης
τρίζει η σκάλα
και δέρνονται τα παντζούρια
από τον άνεμο που λυσσομανά
και τα λευκά
με αφελή ασυνέπεια
χαμογελούν σε ραγισμένους τοίχους

ενώ τα μαύρα...
γαντζώνονται στην ψυχή μου
και την τυραννούν
με ήχους άσκοπους
και αφέγγαρες πανσελήνους

Αύγουστος 2009
Κάτια Α.

Friday, August 21, 2009

Ερείπια Εκπάγλου Καλλονής

Στα ηχεία μας σήμερα:
I Muvrini



Beauty

 
  
  
  
  
Πανέμορφα νεοκλασσικά,
εγκαταλελειμμένα από το δυσλειτουργικό μας κράτος,
παρακμάζουν με αξιοπρέπεια...
  
  
  

ενώ κάποια άλλα ανθούν, 
στολίζοντας μοναδικά την μουντή καθημερινότητα 
των μεγαλουπόλεων...
  
  


...and the beast.... 

Ποιοί άνοες, άνευ παιδείας, αισθητικής, φαντασίας και οράματος σχεδιαστές πόλεων, 
αρχιτέκτονες, μηχανικοί, εργολάβοι και λοιποί "τεχνογνώστες"
αποφάσισαν και έκριναν, ότι ο σύγχρονος Έλληνας μπορεί να βιώνει την καθημερινότητά του μέσα σε αυτά τα τερατουργηματκά κουτιά;
Το μεγαλύτερο ανοσιούργημα αισθητικής έχει συντελεσθεί στις πόλεις της ελληνικής επικράτειας
και είναι δυστυχώς,
ΜΗ ΑΝΑΣΤΡΕΨΙΜΟ!
 
 
  
  
  



Πανέμορφα ερείπια στην Κορσική

Απ' έξω...

  
  

Κι από μέσα....


  
Μήπως, οι "άλλοι" ξέρουν κάτι περισσότερο από εμάς;
Μήπως σέβονται περισσότερο το περιβάλλον, 
την ιστορική τους συνέχεια και συνοχή, 
εν κατακλείδι, τον ίδιον τους τον εαυτό;
Μήπως...;;;

Κάτια Α.
Σημ. Όλες οι φωτογραφίες της ανάρτησης, καθώς και η φωτό της προμετωπίδας, 
τραβήχτηκαν από την υπογράφουσα (Ιούλιος-Αύγουστος 2009
και  Απρίλιος 2009) .

Friday, June 19, 2009

Το Κρυστάλλινο Πουλί

Κάτι πολύ παλιό μου, που με γεμίζει νοσταλγία...

Στα ηχεία μας σήμερα:
Igor Stravinsky
Firebird

Πίνακας του
Arthur Hughes
Pre-Raphaelite Painter,
(27 January 1832 – 22 December 1915)



The Property Room



Η νύχτα ήταν βαριά, ασήκωτη.
Οι μουσκεμένες αναλαμπές του μυαλού μου βουτούσαν στο σκοτάδι, προσπαθούσαν να το δαμάσουν, αλλά αυτό ορθωνόταν με απίστευτη αγριότητα, κρατώντας φιδίσια μαστίγια και με απειλούσε με πλήρη καθυπόταξη.
Ξεκίνησα να τρέχω.
Μπροστά μου ορθώθηκαν θόλοι από γρανίτη και κίτρινο αδάμαντα, με τόση πρισματική αρμονία και με τόσες εκτυφλωτικές λάμψεις, που αναγκάστηκα να κλείσω τα μάτια.
Μέσα από τα μισόκλειστα βλέφαρα διέκρινα μια αχνή σκιά.
Μού έτεινε ένα χέρι. Ήταν ένα χέρι πελώριο, κρατούσε ένα χάρτη κιτρινισμένο, παλιοκαιρίτικο.
Άνοιξα πάλι τα μάτια, είχαν χαθεί γρανίτες και αδάμαντες από τους ορίζοντες του οπτικού μου πεδίου, που φαινόταν να είχε στενέψει τόσο πολύ που είχε μετατραπεί σε μια ατέλειωτα υποφωτισμένη σήραγγα.
Το χέρι με δελέαζε με κινήσεις υπνωτιστικές.
Σαν χαμένη και με το μυαλό να με διατάζει να ακολουθήσω το χέρι μπήκα στην σήραγγα.
Αναμμένα δαδιά σιγόκαιγαν και στις δύο πλευρές της στοάς και καθώς περνούσα σιμά τους, έσκυβαν αργά προς το μέρος μου μουρμουρίζοντας:
«Συγγνώμη, νεκρός, παγίδα, ..» κι άλλες χιλιάδες λέξεις που δεν προλάβαινα να τις απορροφήσω πλήρως καθώς η μια γεννιόταν στον απόηχο της άλλης κι όλες μαζί βογγούσαν με ήχους της αποκάλυψης.
Η σήραγγα φάνταζε ατέλειωτη, άρχιζα να κουράζομαι, να φοβάμαι, όταν το χέρι σταμάτησε απότομα και έστρεψε το χάρτη προς μια δάδα.
«Θα καεί», φώναξα με μια φωνή που φάνηκε να ακούω μόνο εγώ, καθώς ήχος δεν βγήκε και οι δάδες συνέχιζαν το αέναο λεξιπλέξιμό τους.
Ο χάρτης πήρε φωτιά, μια πύρινη γλώσσα γαλάζια στην αρχή και μετά κατακόκκινη, ξεπετάχτηκε σαν φοβέρα αλλά και σαν γλυκιά υπόσχεση, έγινε ένα πανέμορφο παρανάλωμα, εκεί μπροστά στα πόδια μου κι εγώ κάθισα κάτω, κι άρχισα να κλαίω βουβά, καθώς ούτε χέρι πια έβλεπα, ούτε έξοδο, ούτε κάτι που να μπορούσα να το θεωρήσω αρκετά ζωντανό, ώστε να με βοηθήσει να βρω το δρόμο της επιστροφής.

Έπρεπε να έμεινα εκεί ώρες πολλές και μάλλον απόκαμα κι ίσως με πήρε ο γλυκός μορφέας στην κάμαρά του, να με ανακουφίσει για κάμποση ώρα, όταν μια τσιριχτή φωνούλα έκραξε μες τ’ αυτί μου : «Έλα!»
Ξύπνησα αλαφιασμένη, η στοά είχε σκοτεινιάσει εντελώς και οι δάδες είχαν υποκύψει στο μοιραίο.
Δεν σιγόκαιγαν πια τις παράδοξες λέξεις τους, μόνο δάκρυζαν, και το δάπεδο της στοάς είχε γεμίσει από γαλαζοπράσινα δάκρυα, που δημιουργούσαν λεπτόχρωμα κρύσταλλα και γλιστρούσαν σαν κόλαση.
Γλίστρησα στο πρώτο βήμα μου προσπαθώντας να υπακούσω σε κείνο το «έλα».
Νόμισα πως κατρακύλησα ώρα πολλή, και τα κρύσταλλα μ’ ακολουθούσαν,
πραγματικά κατρακυλούσαν κι αυτά μαζί μου, πλέκοντας γύρο μου έναν αστραφτερό και διάφανο ιστό.
Μ’ έριξαν μαλακά σ’ ένα πολύ μικρό δωμάτιο, όλο καμωμένο από λέπια και ουρές σαύρας.
Πράσινο, γλοιώδες και αποκρουστικά σαγηνευτικό.

Μόλις έπεσα στο δάπεδο, που φαινόταν να μετακινείται συνεχώς τα κρύσταλλα όλα ορθώθηκαν μπροστά μου και σχημάτισαν μια καλοφτιαγμένη φιγούρα ενός πουλιού.
Το κρυσταλλένιο πουλί πήρε το χρώμα του εβένου και οι ανοιγμένες φτερούγες
το χρώμα του αχάτη.
Το ράμφος είχε το χρώμα του αιματίτη.
Το πουλί μού έγνεψε.
Σκαρφάλωσα στην ράχη του.
Δεν ήταν σκληρή ούτε κρύα, μα απίστευτα θερμή και μαλακιά.
Οι ουρές σαύρας ξεκίνησαν να σαλεύουν απειλητικά, άρχισαν να τεντώνονται, να εκτοξεύονται, άγγιξαν τα γυμνά μου πόδια, τυλίχτηκαν στους αστραγάλους, ανέβηκαν ψηλότερα στα γόνατα, με τραβούσαν με δαιμονική μανία.
Τα λέπια έστησαν χορό μετακινώντας το πάτωμα και τους τοίχους που πια είχαν πάρει το σχήμα στόματος ορθάνοιχτου και βρυχώνταν ακατάληπτους ήχους.
«Κράτα με». Είπε το μαύρο πουλί!
«Σε κρατάω»! Είπα και σφίχτηκα πάνω στις εβένινες φτερούγες, που είχαν ανοίξει και ξερνούσαν μολύβι και κομμάτια γρανίτη, με τόση ταχύτητα και δύναμη, που οι ουρές άρχισαν να αιμορραγούν και να τρυπώνουν η μια κάτω απ’ την άλλη φτύνοντας απειλές και κατάρες.
Λούφαξαν οι σαύρες κι άνοιξαν χώρο τα λέπια και το μαύρο πουλί με τα εβένινα φτερά πέταξε ανάμεσά τους και εκτινάχτηκε ψηλά στον ουρανό.

Μα δεν ήταν ουρανός αυτός, ήταν ένα παράξενος βαθυγάλαζος θόλος, με χιλιάδες κεντίδια από χρώματα και αστραπές.
Στο κέντρο του θόλου μία υπέροχη σύνθεση από περίτεχνα vitraux, αναπαριστούσε μια θυσία.
Κοίταζα μαγεμένη. Δεν χωρούσε ο νους τέτοια ομορφιά, τέτοια αρμονία, τέτοια πανδαισία χρωμάτων.
Ποιά θεϊκή παλέτα είχε γεννήσει αυτή τη δημιουργία;
Ποια λατρεία είχε εμφυσήσει στον δημιουργό αυτού του αριστουργήματος
την αποθέωση της τέχνης;
Τόσο συνεπαρμένη ήμουν που είπα στο πουλί: «Θέλω να πάω κοντά, θέλω να δω!»
«Όχι, δεν μπορείς»
«Γιατί όχι;»
«Δεν θα αντέξεις, θα χαθείς…»
«Δεν πειράζει, αρκεί που θα δω»
Το πουλί δάκρυσε.
Τα δάκρυά του έγιναν μικρές ψιχάλες και με διαπέρασαν σαν σουβλερός υπέρηχος.
Ξαφνικά πονούσα και κρύωνα, έκανε παγωνιά, και κάποιες νιφάδες άρχισαν να χορεύουν τρελά γύρο μου.
«Πήγαινέ με εκεί, κι ας χαθώ».
Το πουλί άλλαξε χρώματα τότε μπροστά στα έκθαμβα μάτια μου, χιλιάδες χρώματα εκτυφλωτικά κι άρχισε να πετά με κυκλικές κινήσεις μέσα στον τεράστιο θόλο, πλησιάζοντας την οροφή και το θαυμαστό έργο, που με τρελή λαχτάρα περίμενα ν’ αντικρίσω.
Κάθε φορά όμως που πλησίαζε, έκανε μια καλοζυγισμένη χορευτική φιγούρα
και βουτούσε στο κενό!
Δεν προλάβαινα να δω κι άρχισα να βουρκώνω.
Δεν ήταν φίλος μου τελικά το πουλί, μού στερούσε αυτό που ποθούσα πιο πολύ
εκείνη τη στιγμή.
Έκλαιγα γοερά και παρακαλούσα να με αφήσει.
«Κατέβασέ με από τα φτερά σου, θα σκαρφαλώσω μόνη μου!»
Το πουλί κάγχασε δυνατά και ήταν εκείνη τη στιγμή
σαν να περιγελούσε όλη μου την υπόσταση!
«Καλά» είπε.
Άρχισε ν’ αψηλώνει σιγά-σιγά προς το θόλο.
Τα χρώματά του πάλι μεταλλάχτηκαν έγιναν σκούρα γκριζωπά.
Πετούσε με μεγάλες κινήσεις ανοίγοντας τις φτερούγες
σε όλο τους το υπνωτιστικό βεληνεκές.

Φτάσαμε κοντά στον θόλο, σχεδόν άπλωσα το χέρι και τον άγγιξα.
Μοναδικής αρμονίας χρώματα και παραστάσεις ονειρικές.
Μια θυσία.
Μια γυναίκα στο ράμφος ενός πουλιού, με σχισμένo το αραχνοΰφαντο φόρεμα,
ήταν έτοιμη να παραδοθεί στο πεπρωμένο.
Το πεπρωμένο είχε μάτια γερακιού κατάμαυρα, και μαλλιά μέδουσας,
πολυπλόκαμους όφεις.
Χέρια κατάλευκα και σώμα σαν μαβιά πηχτή θάλασσα.
Το πεπρωμένο είχε όνομα.
Κάποια δυσανάγνωστη λέξη. Προσπάθησα να τη διαβάσω. «Επιθυμία»
Έμεινα να κοιτάζω αποσβολωμένη την παράσταση της θυσίας.
Τη ρουφούσα σαν μέλι και σαν γάλα, σαν δροσερό νερό και σαν δηλητήριο.
Την κατάπινα χωρίς ανάσα.
Την κοίταζα ώρα πολλή, δεν την χόρταινα.
Το πουλί με συντρόφευε στην ατέρμονη λαχτάρα μου να δω κι άλλο,
να ρουφήξω κι άλλο την μοναδικής καλλονής παράσταση.
Πετούσε αργά, απαλά και ξαφνικά ένοιωσα πως πετούσε κουρασμένα.
Απλά κουνούσε τις φτερούγες αλλά παρέμενε στο ίδιο σημείο,
αφήνοντάς με να απολαμβάνω κι άλλο κι άλλο…
Τα χρώματα όλα είχαν σβήσει, ούτε το γκρίζο είχε απομείνει.
Είχε γίνει διάφανο το πουλί, και είχε αρχίσει να κελαδάει.
Τι γλυκιά λαλιά!
«Κουράστηκες πολύ, σ’ ευχαριστώ καλό μου πουλί. Πάμε να φύγουμε τώρα, αρκετά είδα», είπα.
Το πουλί γλυκολαλούσε για λίγη ώρα ακόμα.
Μετά σταμάτησε, σιώπησε εντελώς.
Βούτηξε κάθετα στην αίθουσα, και με άφησε απαλά στο μαρμάρινο δάπεδο.
Παντού ήταν σκορπισμένες γραφίδες, σφραγιδόλιθοι και κομματιασμένα αγάλματα.
Είπα, κουράστηκε και θέλει να ξαποστάσει πριν κινήσουμε ξανά.
Το καημένο, τόση ώρα με βαστούσε στις φτερούγες του.
Εκείνο έκανε ακόμα μια πτήση ψηλά στο θόλο. Πτήση μοναδικής ωραιότητας και γλυκολαλούσε ξανά,
Θεέ μου πόσο γλυκά λαλούσε!
Έκλεισα τα μάτια ν’ απολαύσω την ουράνια μελωδία, όταν πυκνοί και αποτρόπαιοι ήχοι από απειλητικά φτεροκοπήματα μ’ ανάγκασαν να τα ανοίξω πάλι!
Το πουλί, το δικό μου πουλί είχε ξαναπάρει όλα τα χρώματά του, είχε βαφτεί κατάμαυρο με μάτια από αχάτη που πετούσαν πύρινες σπίθες και ράμφος αιματίτη.
Θα ανέβω πάλι στα ζεστά φτερά του σκέφτηκα.
Εκείνο μ’ άρπαξε στο ράμφος του, όμως, που είχε γιγαντωθεί αλλόκοτα, και με σήκωσε ψηλά στο θόλο.
Τα κρυσταλλένια φτερά έτριξαν με δύναμη και τα γαμψά νύχια χτύπησαν με ορμή τα vitraux. Εκείνα διαλύθηκαν σε χιλιάδες πρισματικές, πολύχρωμες στάλες κι άρχισαν να πέφτουν, θλιμμένη βροχή,γδέρνοντάς μου το λαιμό και το στήθος.
Το πουλί βγήκε στο φως, μαζί κι εγώ παγιδευμένη στο ατσαλένιο ράμφος.
«Με πονάς» ψέλλισα.
Το πουλί βουβαινόταν.
«Γιατί;» πρόλαβα να πω.
«Δεν έπρεπε να δεις το πεπρωμένο σου. Τώρα είναι αργά».
Είπε το πουλί και μόνο τον απόηχο του απαίσιου κρωξίματος άκουσα, καθώς με άφηνε να γκρεμίζομαι στο κενό.

© Κάτια Α. 2006

Tuesday, June 2, 2009

Ανατέλλω

Στα ηχεία μας σήμερα:
Ο violin virtuoso 
Leonid Kogan
σε θεία κλασσικά έργα
(Beethoven and Paganini)

Πίνακας του
John William Waterhouse
(6 April 1849 — 10 February 1917)

The Mermaid (1901)
Σαθρά
τα θεμέλια
κόβονται οι κολόνες
γκρεμίζεται το οικοδόμημα
βουλιάζουν οι πέτρες
στα λιμνάζοντα νερά 
του βαλτώδους υπεδάφους

Αναρωτιέμαι
δεν αναζητώ πια

Ανατέλλω
δεν ξημερώνω άλλο

Καταδύομαι
δεν βασιλεύω στην άκρη του ορίζοντα

Χρειάστηκε μεγάλη παραμυθία
ή και συντριβή
ενίοτε και σκληρή θωπεία

Χτισμένη
στα θεμέλια
ή στον πιο ψηλό πύργο

χωρίς
αλλά συχνά
με

Ανατέλλω
και καταδύομαι
χωρίς βασιλεία πια

Το βασίλεμα σκιάζει με αίμα τα βράχια
εγώ σκιάζω τις αθώες ψυχές

 Άχυρο και καρφίτσες
και μια στάλα φορμόλης


Αφήνω τα κοράκια στο έργο τους
κι εγώ επιδίδομαι στο δικό μου

Τα όρνια πάντα επεφύλασσαν 
μια χειρουργική τομή
για τα ερπετά του βάλτου.

Ανατέλλω
καθώς τα θεμέλια συντρίβονται

Σε σκιάζω απόψε
γιαυτό κρατήσου μακριά
από το σκιάχτρο

Κάτια Α. 2009

Saturday, May 2, 2009

Θλιμμένα Παράθυρα

Στα ηχεία μας σήμερα:
Modest Petrovič Musorgskij
(born March 9 [March 21, New Style], 1839, Karevo, Russia
died March 16 [March 28], 1881, St. Petersburg)

Elegy,
Pictures At An Exhibition,
Night On A Bald Mountain,

and more...

Πίνακες του 
(born , June 12, 1890, Tulln, near Vienna
died Oct. 31, 1918, Vienna)

Caress
(Cardinal And Nun)


Θλιμμένα παράθυρα
κλείνουν εντός μου
ερμητικά
αφήνοντας σκοτάδι ανείπωτο
και μια χαραγματιά
από σχισμένο φως
κουρελιασμένο
και βουτηγμένο στο αίμα

Θλιμμένα παράθυρα
κλείνουν
και ξανακλείνουν
εντός μου
παράξενη αυτή η επανάληψη
γιατί ποτέ δεν ανοίγουν

μόνο κλείνουν
και κλείνουν
και κλείνουν...

Κάτια Α. 2009
(Lorelei)

Apartment of Leopold and Marie Czihaczek

Saturday, March 7, 2009

Μετάλλαξη

(Κάτι από τα παλιά μου...)



Κοφτή καυτή ανάσα

σε μαύρο φόντο

αδιάπτωτη μούσα

ρέουσα

αλλάζει σχήματα

οργασμικές στρεβλώσεις

απλώνουν ιστούς

με ξέφρενο ρυθμό

δαμάζονται

σε χέρια ηδονικά

καυτή λάβα

πετρώνει στο έρεβος

κι ο χαλαζίας αστράφτει

κάτω απ' το βάρος

της απύθμενης συμμετρίας

των λυγμών.

Δια ζώσης η φωτιά

διά σιγής η έκρηξη.

Μεταλλάσσομαι...

(2005) © Loreley Lucy

Wednesday, September 24, 2008

I'm spinning...

Στα ηχεία μας σήμερα:
Η Θεϊκή Φωνή του 
Ian Gillan
DEEP (fucking Exploding!) PURPLE

καθώς και:
Lynard Skynard
King Crimson
Alice Cooper
Tina Turner

και η έκπληξη:
Brigitte Bardot and Serge Gainsbourg,
Jane Birkin and Serge Gainsbourg
in
Je T'Aime Moi Non Plus
by
Jane Birkin


Photo by
Alan Ross:

Burned Church

All around you
I'm spinning
and spinning
and spinning
endlessly...

L.K.2008