Showing posts with label teardrops. Show all posts
Showing posts with label teardrops. Show all posts

Sunday, December 11, 2011

Αμάγαλμα

Πίνακες του
Francesco Maffei
~Italian painter~
(Born Vicenza 1605, Died Padova, 2 July 1660)

Perseus Cuts the Medusa's Head Off
   

Οι ατραποί κλειστές
και η δύναμη των λόγων τυφλωμένη από τα μάταια φώτα
Λάμψεις με κοφτερούς κυνόδοντες
κι ασύμμετρες παρορμήσεις του παραλόγου

Η χορταριασμένη δίοδος ανάμεσα στα ακρωτηριασμένα αγάλματα
αυτή, που με την φαρμακερή ευλάβεια
ενός καταραμένου αγγέλου, ακολουθείς
ως μόλις να εξέπεσες από τον παράδεισο,
ίσια στο ζοφερό και δύσοσμο γοργόνειο σε οδηγεί...

ΠΕΤΡΑ...πέτρα θα γίνεις...

Κάτια Ξ.
Νοέμβριος 2011


Perseus Liberating Andromeda

Sunday, March 28, 2010

Ραγισματιά Ελπίδας


Πίνακας του
Giovanni Battista Tiepolo
(Born March 5, 1696, Venice [Italy]
Died March 27, 1770, Madrid, Spain)

Christ Carrying the Cross
1737-38
Oil on canvas, 450 x 517 cm
Sant'Alvise, Venice




Στα ραγισμένα μάτια σου
μια χαραμάδα φως
μια αχτίδα
που μετατρέπεται σε αστροπελέκι.
Βοά η σιγή
όπως μόνον αυτή γνωρίζει
διαλύοντας σε δάκρυα και αίμα
τα μέλη των αθώων αμνών.

Δεν πίστεψα

και στό είχα πει
Είμαι ο Θωμάς ή ο Ιούδας;
Μήπως ο Πόντιος Πιλάτος
που σχίζει τα ιμάτια
και τας χείρας νίπτει;
ακόμα και ο Καϊάφας;
Και τα δεσμά αυτά
μήπως είναι δικά μου;
Να εγκολπώνομαι
το σκότος
και να απεκδύομαι
το φως
κουράστηκα...

Δως μου μια ραγισματιά ελπίδας

και τους ακάνθους σου
με δάκρυα θ'ασπασθώ.

Κάτια Ξ. 2010

Tuesday, March 23, 2010

Θείον Πάθος και Πάθη


Στα ηχεία μας σήμερα:
J.S.Bach
Herz und Mund und Tata und Leben, BWV 147

Πίνακας του

Raffaello Sanzio da Urbino
(Born April 6, 1483, Urbino, Duchy of Urbino [Italy]-
Died April 6, 1520, Rome, Papal States [Italy])

Christ Falls on the Way to Calvary

1517
Oil on panel transferred to canvas, 318 x 229 cm
Museo del Prado, Madrid



Καυτά δάκρυα

για ποιό Πάθος;


Για ποια πάθη;


Για τα αργύρια

τριάκοντα τον αριθμόν
οι μάχες απωλέσθησαν
και οι νικητές ηττήθηκαν
σαν όφεις που άλλαξαν ιμάτια
ξεγυμνωμένοι πλέον
ενώπιον κορασίδος αγνής
που υφαίνει ιστόν αράχνης
τυλίγοντας τους γέρικους αιώνες
και εξορύοντας τους οφθαλμούς του Άδη.

Τα πάθη

και το Πάθος
ρούχο μου κουρελιασμένο
δάκρυ μου αστέγνωτο
χέρι μου από μάρμαρο
που αενάως αιμορραγεί.

Κάτια A.Ξ.

Μάρτιος 2010

Thursday, March 11, 2010

Die Walküre



Arthur Rackham
The Ride Of The Valkyries 1911



William T. Maud
The Ride of the Valkyries



Μαύρη, δυσοίωνη προβάλλει η βουνοκορφή
απ' τον πυκνό κι αδιαπέραστο
μέλανα δρυμό.
Καταλαγιασμένες από την καταιγίδα αχτίδες
απλώνονται στις κορυφές των δέντρων
τρεμάμενα-δειλά φωτίζοντας
τους στερνούς κυματισμούς των φυλλωμάτων
που θροΐζουν  βογγητά και κατάρες
εξιστορώντας γι' αλλη μια φορά
το αμάρτημα των ατσάλινων καρφιών.

Λυσσομανούν οι Βαλκυρίες
απ' τα βαριά τα σύννεφα ξεχύνονται
κραδαίνοντας τις αστραπές
εκτοξεύοντας τους κεραυνούς
ξερνώντας τις φοβερές ιαχές τους
με φλογισμένα μάτια και ακόντια
συντρίβουν - ανελέητες - τους άνδρες
  στο άγριο πέρασμά τους.

  Αντάρα και κουρνιαχτός
και αίμα
ποτάμια αίμα
στους χρόνους αυτούς τους σκοτεινούς
τους τρισκατάρατους
του ζόφου
και της μαύρης κοιλάδας των δακρύων
στους χρόνους του αποδεκατισμού

Μαύρη η κορυφή

κι απόψε
κι οι πορφυρές αχτίδες
στις δρυς και στις οξιές
αίμα αγνό που ξεδιψά
τις ξεραμένες ρίζες.

Κρυφτείτε, Βαλκυρίες της συμφοράς,
τούτη τη νύχτα
τ' ατσάλινα καρφιά
μονολογούν ιστορίες αμαρτωλές
που θα σάς πάρουν τη λαλιά...

Κάτια Α. 2010


Κι εδώ, ένα παλαιότερο γραπτό μου, με το ίδιο θέμα, από άλλη σκοπιά...

Wednesday, May 6, 2009

Βροχερά Δωμάτια

Στα ηχεία μας σήμερα
Claudio Monteverdi
Lamento Della Ninfa
Orfeo - Rosa Del Ciel
and more...

Πίνακες του
John William Waterhouse
(Born April 6, 1849 Rome
Died February 10, 1917 London)
(Pre-Raphaelite painter,
έργα του οποίου 
θα παρουσιαστούν εδώ σύντομα)


The Lady of Shalott



Στη στοιχειωμένη λίμνη, φάσμα άϋλο,
σκιά του ερέβους,
μετρώντας τις ανάσες μέσα από ανεστραμμένους καθρέφτες,
λάμνοντας σε τρικυμισμένα βάθη
παγιδευμένη στα δηλητηριώδη φύκια
και τα αγριόχορτα

Το διάλεξα;
Ή με διάλεξε;

Να είμαι μια σκιά, που ψηλαφίζει τα σκοτάδια.
Ένα θλιμμένο ρόπτρο σε κείνη την παλιά, χαραγμένη πόρτα,
που ηχεί και ξαναηχεί, μέταλλο και λάμψεις ακατέργαστες,
ξύλο και λάδι,
νερό και ρείθρα,
ένα τοπίο σε κατάβαση,
δημιούργημα του γοργόνειου και της πέτρας.

Ποιος "αόρατος θίασος" με ακολουθεί
και ποιες "εξαίσιες μουσικές" ακονίζω με τη λάμα μου;

Κι εσύ, φίλημα ηδονικό, με του Μορφέα τα χάδια, παραφυλάς κρυφά,
ν' ακούσεις τους ψιθύρους,
να αφουγκραστείς τις νότες απ' τα απόκρυφα σημάδια.
Κι έναν καημό,
που είναι ο καημός μου.
Μια νότα ανέγγιχτη.
Απροσπέλαστη χαρακιά που βουτάει τις ίριδες στο μαύρο μελάνι.
Μια νότα, που με οδηγεί τις αφέγγαρες νύχτες σε έναν αόρατο κόσμο...
Που γίνεται ορατός και παίρνει χρώμα
μόλις πέσουν οι βαριές, βελούδινες κουρτίνες του σκότους
στα βροχερά δωμάτια, που χρόνια κατοικώ.

Κάτια Α. 2009

Σημ. Ο τίτλος είναι έμπνευση ενός αγαπημένου φίλου.

Ophelia

Saturday, May 2, 2009

Θλιμμένα Παράθυρα

Στα ηχεία μας σήμερα:
Modest Petrovič Musorgskij
(born March 9 [March 21, New Style], 1839, Karevo, Russia
died March 16 [March 28], 1881, St. Petersburg)

Elegy,
Pictures At An Exhibition,
Night On A Bald Mountain,

and more...

Πίνακες του 
(born , June 12, 1890, Tulln, near Vienna
died Oct. 31, 1918, Vienna)

Caress
(Cardinal And Nun)


Θλιμμένα παράθυρα
κλείνουν εντός μου
ερμητικά
αφήνοντας σκοτάδι ανείπωτο
και μια χαραγματιά
από σχισμένο φως
κουρελιασμένο
και βουτηγμένο στο αίμα

Θλιμμένα παράθυρα
κλείνουν
και ξανακλείνουν
εντός μου
παράξενη αυτή η επανάληψη
γιατί ποτέ δεν ανοίγουν

μόνο κλείνουν
και κλείνουν
και κλείνουν...

Κάτια Α. 2009
(Lorelei)

Apartment of Leopold and Marie Czihaczek

Saturday, March 7, 2009

Μετάλλαξη

(Κάτι από τα παλιά μου...)



Κοφτή καυτή ανάσα

σε μαύρο φόντο

αδιάπτωτη μούσα

ρέουσα

αλλάζει σχήματα

οργασμικές στρεβλώσεις

απλώνουν ιστούς

με ξέφρενο ρυθμό

δαμάζονται

σε χέρια ηδονικά

καυτή λάβα

πετρώνει στο έρεβος

κι ο χαλαζίας αστράφτει

κάτω απ' το βάρος

της απύθμενης συμμετρίας

των λυγμών.

Δια ζώσης η φωτιά

διά σιγής η έκρηξη.

Μεταλλάσσομαι...

(2005) © Loreley Lucy

Wednesday, May 14, 2008

SHORT SHARP SHOCK - KURZ UND SCHMERZLOS

Στα ηχεία μας σήμερα:
This Mortal Coil

"Tears"
"Come Here My Love"

from the
Album
"Filigree and Shadow"

KURZ UND SCHMERZLOS
( SHORT SHARP SHOCK )
(1998)
ΒΑΘΙΑ ΚΟΦΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ
του
Fatih Akin






Κοφτά! Απόλυτα κοφτά! Βαθιά κοφτά! Όπως κόβει το ξυράφι. Όπως ματώνει η άγρια λεπίδα! Όπως σφυρίζει η ανεξέλεγκτη σφαίρα. Όπως το κρύο ατσάλι βυθίζεται στα σπλάχνα! Και το αίμα...Ο καταλύτης, που σφραγίζει τις παράτολμες επιλογές.



Μια ταινία χαμηλού budget, ένα πολύ απλό story, αλλά συγχρόνως μια φιλμική αποτύπωση έντονων συναισθημάτων.
Αρχετυπικά γνώριμες καταστάσεις,
που έχουν κατακαθίσει στο δέρμα όλων μας, στα κύτταρά μας, σαν πίσσα, σαν λάμα, ξύνοντάς τα, ματώνοντάς τα, αφήνοντας μαύρα σημάδια και κόκκινα, ματωμένα δάκρυα.
Καταστάσεις, όπως η φιλία, ο έρωτας, η προδοσία, η αφοσίωση, ο πόνος, η μετάνοια, η εκδίκηση...μέσα από τα μάτια τριών αντρών, τριών διαφορετικής εθνότητας, θρησκείας και προέλευσης ανθρώπων, που στο peak της ταινίας, στην πιο γλυκιά και τρυφερή στιγμή της, είναι παραδομένοι στον πάνγλυκο Μορφέα, ο καθένας τους προστατευμένος και ήρεμος στην αγκαλιά του άλλου, σαν μωρά, που μόλις τα έχει νανουρίσει το λυτρωτικό χάδι της μάνας, και την αμέσως επόμενη μέρα, στην αμέσως επόμενη σεκάνς, αυτά τα ανεκτίμητα δεσμά, πιο γλυκά κι από το πετιμέζι σπάζουν σε χίλια -δυο κομμάτια, τρίζουν ανατριχιαστικά στο πάτωμα σαν πατημένη, λασπωμένη ζάχαρη, κυριολεκτικά και μεταφορικά!

Οι τρεις φίλοι, έχουν προδώσει ο ένας τον άλλον, έχουν σκίσει το κουκούλι, που θέρμαινε και επώαζε τη φιλία τους, έχουν στρίψει την παγωμένη ατσάλινη λεπίδα του μίσους και της προδοσίας, ο ένας στην καρδιά του άλλου!
Ποτέ πριν, μια φιλμική φιλία δεν αποδόθηκε με τόσο λιτά και μινιμαλιστικά μέσα, απέριττα, θα ήταν πιο καίριος ο όρος!
Στις γκετοποιημένες γειτονιές των μεταναστών της κραταιάς, βόρειας, παγωμένης Γερμανίας, κάποια λουλούδια ανθίζουν, όσο αντέξουν, όσο έχουν νερό να ρουφήξουν, όσο έχουν αίμα καυτό και μοσχοπληρωμένο, να απλώνεται στους μίσχους και στους στήμονές τους, προσδίδοντάς τους αυτό το άλικο χρώμα, το χρώμα του πάθους, του έρωτα, του μίσους, το χρώμα της καρδιάς!

Μού άρεσε πολύ η ταινία!
Με άγγιξε ποικιλοτρόπως.
Με "ανέτειλε", με ύψωσε, με "ξημέρωσε" από τη νύχτα.

Σαν να ήμουν λυκόφως και με μετάλλαξε σε μια λειτουργική διάσταση λυκαυγούς, μέσα στο σκοτάδι!
Μια ταινία φτιαγμένη με το τίποτα σχεδόν, χωρίς υπέρογκους προϋπολογισμούς, αλλά με την μετάγγιση του αίματος και του ιδρώτα των ανθρώπων, που ακόμα πιστεύουν...

Στον έρωτα

Στην φιλία
Στον πόνο

Στον άνθρωπο

Στη νοσταλγία
Στην επιστροφή...

Με συγκίνησε βαθιά, ανθρώπινα, κοφτά, εισχώρησε στο παρασυμπαθητικό μου, με ανάσες γρήγορες, αστραποβόλες ματιές, με μια λάμψη σκουριασμένη, επώδυνη
και γιαυτό τόσο γνήσια,
που την θεωρούσα ξεχασμένη.

Η ταινία με έκανε να νιώσω όμορφα,
μετά από πολύ καιρό...
Ευχαριστώ τον δημιουργό της.

Πολύ!

L.K. 2008

Sunday, April 6, 2008

Coming Home...

Στα ηχεία μας σήμερα:
Sonata Κ208
του
Domenico Scarlatti
(1685-1757)
και
An Old Epitaph,
Ave Verum Corpus Christi
( Canto Armonico,)
και
Pavan
του
William Byrd
(1543-1623)

Πίνακας του
Vincent van Gogh
(born March 30, 1853, Zundert, Netherlands,
died July 29, 1890, Auvers-sur-Oise, near Paris)



Still Life
Vase with Twelve Sunflowers



Τα χρυσαφένια στάχυα στο κρυστάλλινο βάζο
κι αυτό ακουμπισμένο με επιμέλεια
στο θόλο του παραθυριού

Χαϊδεύουν τη μνήμη
οι μεστοί καρποί τους,
αναδεύουν την παλιά δαντελένια κουρτίνα
μαζί με τη θαλασσινή αύρα
που έμπαινε στο σπίτι-αερικό
το κρεμασμένο στο ακρογιάλι
δροσίζοντας τα σκασμένα χείλη
ποτίζοντας την άνυδρη καρδιά

Ήχοι, γλυκοψιθυρίσματα, σκιές
βήματα στη σκάλα
βλέμματα υποσχετικά
χέρια πάνω στα δικά μου
όνειρα τρυπωμένα στον έναστρο θόλο
και μια θάλασσα
Α! Μια θάλασσα μεγαλόπρεπη
να αντανακλά το θλιμμένο φεγγάρι
να αντανακλά τα βήματά μας
τις φιγούρες μας
ίδια μάνα
ίδια τρυφερή αγκαλιά
ίδια η ίδια η Ζωή!

Θα γυρίσω
σού είχα πει
Θα γυρίσω...
Μα ακόμα σέρνομαι στα σκοτάδια
στους βαλτώδεις δρόμους
και στις σκονισμένες γωνιές
τα φαντάσματα
με στοιχειώνουν
και τα χείλη δεν λένε να ξεδιψάσουν
μεγάλωσαν οι νύχτες μου
και οι μέρες άδειες

Και μια πηγή
εκεί μακριά

Και μια θάλασσα
Αχ, μια θάλασσα
ίδια καθαρτήριο
ίδια η ίδια η ζωή!

Θα γυρίσω,
σού είχα πει...

Θα γυρίσω...

Λ.Κ. 2008

Wednesday, January 23, 2008

Wednesday, September 26, 2007

Φαντάζομαι...

........





Θα θες να μάθεις
πώς είμαι
αν είμαι καλά
αν συνεχίζω να ζω
αν έφυγα οριστικά
από τον ασφυκτικό κλοιό
των αυλοκολάκων

Λοιπόν,
καλά είμαι
αν θες πραγματικά να μάθεις
ή τουλάχιστον είμαι καλύτερα από πριν
μπορεί και χειρότερα
ποιός νοιάζεται
για τις λεπτότατες διαβαθμίσεις της κατήφειας
της εσωστρέφειας
της γκρίζας απόχρωσης του χυνόπωρου

Ακριβώς!
χύνονται οι οπώρες
οι χρυσαφιές στα βαλτώδη νερά
κι εσύ διαβαίνεις σκυφτός, κουρασμένος...

Ποιός νοιάζεται άλλωστε;
Ποιός ρωτάει κάτι, πέρα από τα τυπικά;

Ποιός νοιάζεται;

Δεν έχω άλλη ερώτηση

Καληνύχτα...

Lucy 2007

Tuesday, May 22, 2007

The Loreley Legend




St. Goarshausen am Rhein
Η LoreleY στον Ρήνο

Η Φωτογραφία τραβήχτηκε από μένα
στις 12/7/2006

Cocteau Twins - Lorelei




The Lorelei
by
Heinrich Heine, 1823

1. Ich weiß nicht, was soll es bedeuten,
Daß ich so traurig bin,
Ein Märchen aus uralten Zeiten,
Das kommt mir nicht aus dem Sinn.
Die Luft ist kühl und es dunkelt,
Und ruhig fließt der Rhein;
Der Gipfel des Berges funkelt,
Im Abendsonnenschein.

2. Die schönste Jungfrau sitzet
Dort oben wunderbar,
Ihr gold'nes Geschmeide blitzet,
Sie kämmt ihr goldenes Haar,
Sie kämmt es mit goldenem Kamme,
Und singt ein Lied dabei;
Das hat eine wundersame,
Gewalt'ge Melodei.

3. Den Schiffer im kleinen Schiffe,
Ergreift es mit wildem Weh;
Er schaut nicht die Felsenriffe,
Er schaut nur hinauf in die Höh'.
Ich glaube, die Wellen verschlingen
Am Ende Schiffer und Kahn,
Und das hat mit ihrem Singen,
Die Loreley getan.



The Lorelei
by
Heinrich Heine

Translated
by
Aaron Kramer


I cannot explain the sadness
That's fallen on my breast.
An old, old fable haunts me,
And will not let me rest.

The air grows cool in the twilight,
And softly the Rhine flows on;
The peak of a mountain sparkles
Beneath the setting sun.

More lovely than a vision,
A girl sits high up there;
Her golden jewelry glistens,
She combs her golden hair.

With a comb of gold she combs it,
And sings an evensong;
The wonderful melody reaches
A boat, as it sails along.

The boatman hears, with an anguish
More wild than was ever known;
He's blind to the rocks around him;
His eyes are for her alone.

--At last the waves devoured
The boat, and the boatman's cry;
And this did with her singing,
The golden Lorelei.


The Loreley
Translated
by
Mark Twain 1880


I cannot divine what it meaneth
This haunting nameless pain:
A tale of the bygone ages
Weeps brooding through my brain.
The faint air cools in the gloaming,
And peaceful flows the Rhine,
The thirsty summits are drinking
The sunset´s flooding wine.

The loviest maiden is sitting
High-thrones in yon blue air,
Her golden jewels are shining
She combs her golden hair;
She combs with a comb that is golden,
And sings a weerd refrain;
That sleeps in a deadly enchantment
The listener´s ravished brain.

The doomed in his drifting shallop
Is tranced with the sad sweet tone,
He sees not the yawning breakers.
He sees but the maid alone.
The pittiless billows engulf him!
So perish sailor and bark,
And this, with her baleful singing,
Is the Loreley´s grusome work.


Η Λόρελάι

Δεν μπορώ τη θλίψη να εξηγήσω
Που το στήθος μου πλακώνει
Ένας θρύλος παμπάλαιος με στοιχειώνει
Και δεν μ’ αφήνει να ηρεμήσω

Ο αέρας δροσίζει στο λυκόφως
Και ο Ρήνος συνέχεια αργοκυλάει
Η κορφή του βουνού λαμποκοπάει
Κάτω από το βασίλεμα του ήλιου

Πιο όμορφη κι από οπτασία
Μία κοπέλα καθισμένη εκεί ψηλά
Τα χρυσά στολίδια της αστράφτουν
Χτενίζει τα χρυσά μαλλιά

Με ένα χτένι από χρυσάφι τα χτενίζει
Και γλυκοτραγουδεί
Η πανώρια μελώδια φτάνει
Στο πλοιάριο που προσεγγίζει

Ο ναύτης αφουγκράζεται με πιότερη αγωνία
Απ’ όση μέχρι τώρα έχει νιώσει
Είν’ τυφλωμένος και τα βράχια τονε ζώνουν
Τα μάτια του τα κάλλη της θαμπώνουν

Τα κύματα στο τέλος καταπίνουν
Το πλοίο και του ναύτη την κραυγή
Κι αυτό έργο της Λορελάι της χρυσής εγίνη
Από του γλυκού τραγουδιού της τη σαγήνη

(απόδοση στα ελληνικά από Loreley-Lucy)



RoBERT - Le chant de Lorelei




The Rock of Lorelei by the Rhine


The Loreley (also written as Lorelei) is a rock on the eastern bank of the Rhine near St. Goarshausen, which soars some 120 meters above the water line. It marks the narrowest part of the river between Switzerland and the North Sea. A very strong current and rocks below the waterline have caused many boat accidents there.

Loreley is also the name of one of the beautiful Rhine Maidens who lured navigators of this river to their dooms with their alluring singing, much as the ancient Greek Sirens did.

The name comes from the old German words "lureln" (Rhine dialect for "murmuring") and "ley" (rock). The translation of the name would therefore be: "murmur rock" or "murmuring rock". The heavy currents, and a small waterfall in the area (still visible in the early 19th century) created a murmuring sound, and this combined with the special echo the rock produces which acted as a sort of amplifier, then gave name to the rock itself.

Ο Βράχος της Lorelei στον Ρήνο.

Η Loreley (γράφεται επίσης και Lorelei) είναι ένας βράχος στην ανατολική όχθη του Ρήνου, κοντά στο St. Goarshausen, ο οποίος υψώνεται περίπου 120 μέτρα, πάνω από την επιφάνεια του νερού. Σηματοδοτεί το στενότερο πέρασμα του ποταμού, ανάμεσα στην Ελβετία και την Βόρεια Θάλασσα. Ένα πολύ ισχυρό ρεύμα και βράχοι κάτω από την επιφάνεια του ποταμού, έχουν προκαλέσει πολλά ναυάγια εκεί.

Loreley είναι επίσης το όνομα μιας από τις όμορφες παρθένες του Ρήνου, οι οποίες παρέσυραν τους ναυτικούς του ποταμού στον θάνατο, με το σαγηνευτικό τραγούδι τους, ακριβώς όπως έκαναν και οι σειρήνες στην Αρχαία Eλλάδα.

Το όνομα προέρχεται από τις αρχαϊκές Γερμανικές λέξεις «lureln» (διάλεκτος του Ρήνου για τη λέξη «μουρμουρητό») και «ley» (βράχος). Η μετάφραση του ονόματος λοιπόν είναι: «Το μουρμουρητό του βράχου» ή «ο βράχος που μουρμουρίζει» ή ψιθυρίζει. Τα δυνατά ρεύματα και ένας μικρός καταρράκτης στην περιοχή (ορατός μέχρι τις αρχές του 19ου αι.) δημιουργούσαν ένα ήχο μουρμουρίσματος ή ψιθυρίσματος, και αυτός σε συνδυασμό με τον ειδικό αντίλαλο που ο βράχος δημιουργεί και ο οποίος ενεργούσε σαν ένα είδος ενισχυτή, έδωσαν την ονομασία στον ίδιο τον βράχο.

(Απόδοση στα ελληνικά από Loreley-Lucy)



Mercury Rev - Black Forest (Lorelei)





Theatre of Tragedy-Lorelei



Tuesday, May 15, 2007

Belle de jour


Η Ωραία της Ημέρας
του
Luis Buñuel

(Μία από τις πιο δυνατές ταινίες όλων των εποχών!
Αισθησιασμός, έρωτας, ενοχή, τιμωρία και εξιλέωση))
Catherine Deneuve as Séverine Serizy (Belle de Jour)
with
Jean Sorel (the husband), Pierre Clémenti (the beautiful monster)

and Michel Piccoli
Trailer


Saturday, May 12, 2007

Ερήμην



Με κράτησες στα χέρια σου
σαν μια πολύτιμη πορσελάνη,
σαν ένα εύθραυστο διάφανο κρύσταλλο.

Τόση ζεστασιά, τόσα χαϊδέματα του νου και της σάρκας ηδονικά, τρέχουν στο λογισμό σαν ηλεκτρισμένες θαλάσσιες μέδουσες και κολλούν στην πετρωμένη μνήμη,
παιδεύοντάς την με πολυπλόκαμα κεντρίσματα και ερωτήματα πνιγμένα
σε άγριες ορχιδέες και δηλητηριώδεις κάκτους.
Δεν αγροικιώνται οι λέξεις πια στο λογισμό, τα αναστενάγματα κατοικούν σε βάλτους που είναι απροσπέλαστοι για τα ραγισμένα μου πεδία. Βυθίζονται τα κρύσταλλά μου, αποκλίνουν, βουλιάζουν σε νερά κιτρινόχροα, σε πανίδα καμωμένη από την πλήρη αδιαταραξία σου, έχεις απωλέσει την αίσθηση της επαγρύπνησης, την έχεις όλη μετουσιώσει σε γλυκολάλητο αηδόνι που αργά κάθε νύχτα σιγοτραγουδά το νανούρισμά του στην αγριεμένη μου λαχτάρα.
Στραμπουληγμένα τα κάγγελλα του πορφυρένιου κλουβιού μου, πώς σού ξέφυγε η διαύγεια της αστραπής, πώς ερήμην σου τα μέταλλα έλιωσαν κάτω από το βάρος των πύρινων δακρύων, πώς το απόσταγμα του καυτού φιλιού σου έγινε χαλάζι πάνω στο γυμνό κορμί μου;
Ερήμην.
Ερήμην.
Δεν ήταν αυτό που θελήσαμε.
Δεν ήταν αυτό που σκεφτόμαστε τα βράδια στις ξενυχτισμένες μας εξάρσεις, όταν τα λαίμαργα λυγίσματα καραδοκούσαν πίσω από το παραθύρι να συλλάβουν ήχους ηδονικούς και σταγόνες ορμής ρέουσας και ανεξάντλητης.
Δεν ήταν αυτό που σκεφτήκαμε.
Δεν ήταν αυτό που ποθήσαμε.
Αλλά τι ποθήσαμε που ήταν απ’ την αρχή κατορθωτό; Πώς όλα ήταν αδιαπέραστα και ανεπανόρθωτα δικά μας και ταυτόχρονα μας ξέφευγαν, γλυστρούσαν πάντα σαν άμμος σε χαλαρωμένα από τον πόθο δάχτυλα;
Πώς ξέφευγαν οι λέξεις, οι ώρες, οι σιωπές, τα μουρμουρητά, σαν ατσαλένιες λάμες και βυθίζονταν γλυκόπικρα μέσα σε ασημογάλαζα νερά;
Ερήμην.
Ερήμην.
Εσύ βυθίζεσαι σε έλος κι εγώ περιπλανιέμαι σε δάση.
Ερήμην.
Αγγίξαμε το όνειρο με την πνοή μας.
Έπρεπε μόνο με την σκέψη μας.
Οι ατσαλένιες λάμες μάτωσαν τα δάχτυλα και οι φλέβες, αυτές οι ανυπόμονες παγίδες σου, βυθίστηκαν στο χάος.
Το χάος.
Εσύ του ξέφυγες αλώβητος.
Εγώ ακόμα παραδέρνω σε φιδίσια μονοπάτια, έχοντας απολέσει όλες τις πυξίδες, έχοντας σπάσει όλα τα όργανα διαφυγής.
Και τα δέντρα είναι ψηλά, με καταπίνουν.
Κάποιες φορές απλώνουν τα κλωνάρια τους τόσο ξεδιάντροπα, με παγιδεύουν με τρυφερή αγριότητα, πιάνονται από τα μαλλιά μου και με τραβούν εκεί που μόνο εσύ μπορούσες να με παρασύρεις.
Σε σκότη και σε ερέβη του νου ηδονικά και αχνοφεγγίζοντα. Κι εγώ είμαι μια οπτασία του δικού σου νου, εσύ μού δίνεις σάρκα και αίμα, εσύ με μετουσιώνεις σε ύπαρξη αρωματισμένη με τα μύρα της νύχτας, εσύ γλυκολάλητο αηδόνι, που έξω από το παραθύρι μου τον αέναο σκοπό σου μουρμουρίζεις ενώ στις φλέβες σου ρέει η ανυπομονησία του κραδασμού σου.
Ερήμην.
Σού ψιθυρίζω απαλά, ενώ στις φλέβες μου παγώνει η απουσία της σάρκας σου.
Ερήμην.
Σε δάση κατοικώ με αέναους εραστές τα ξεδιάντροπα κλαδιά και τα φυλλώματα.
Σε σένα έχω δωρίσει το χρυσό ρυτό του νου.
Οι ξεδιάντροποι εραστές του δάσους
ας γευτούν το αλαβάστρινο ρόδο.

© Lucy 2005

To post αυτό αναρτήθηκε στις 26/05/2006,
αλλά κάποιος αγαπημένος φίλος μού το θύμισε
κι έτσι...

Thursday, May 10, 2007

Teardrops


Τι δύσκολες που είναι οι ανάγκες
τι ακατόρθωτοι που είναι οι λυγμοί

κι ένας κόμπος αγκίστρι

να ξερριζώνει τα σωθικά
Aπόψε, είπες
σαν κάποτε

σαν τότε

σαν ΠΟΤΕ

Tι δύσκολοι που είναι οι δρόμοι
πόσο θλιβερά είναι τα φύλλα
μαραίνονται μοναχά τους
ερήμην σου

και το χειρότερο είναι
ότι

δεν θα το μάθεις
ποτέ

Aνάγκη για λίγα δάκρυα

απόψε

Tι ακατόρθωτος
λυγμός...

Lucy 2007

Wednesday, April 18, 2007

Αφήνομαι...


Aφήνομαι να πέφτω απ' τον γκρεμό
Ποτίζω το δέντρο

που θα με συγκρατήσει
στα κλαδιά του
το άλογό μου δένω
στον κορμό του
στις ρίζες του γέρνω
και κοιμάμαι
και
κάθε που ξημερώνει
το νοίκι τού πληρώνω
δυό δάκρυα
και μια σταγόνα αίμα


Lucy 2007

Wednesday, December 20, 2006

Pink Flamingos







Χτυπάς τα πλήκτρα μανιασμένα
Κι άλλοτε τα χαϊδεύεις απαλά
Τρυφερά
Μην και τα πονέσεις
Κι αυτά αφήνουν να ξεχυθεί
Ο ήχος
Η ύφεση
Η δίεση
Το sι bémol

Οι ήχοι του δάσους
Μού μοιάζουν
Είπες

Τα πουλιά
Κελαϊδούν
Μα και κρώζουν
Είπα

Τι μοιάζει με το άλλοτε;
Τι μοιάζει με το τώρα;
Εσύ κι εγώ
Είμαστε δυό ευλύγιστοι κορμοράνοι
Που σκύβουν να πιούν νερό στην πηγή

Τι μοιάζει με τον ήχο;
Τι ηχεί σαν την σιωπή;
Τι σιγοτραγουδά σαν
Ροζ φλαμίνγκο
Που με χαμηλωμένα βλέφαρα
Σκορπά υγρασία
Και ροζ σκιές;

Το αραχνοΰφαντο φόρεμα με τα τούλια
Και τα λευκά κρυστάλλινα γοβάκια
Με φλερτάρουν κάθε πρωί
Που ανοίγω την ντουλάπα
Τη νύχτα βγάζουν στεναγμούς
Και τραγουδούν σε σολ ύφεση
Ποτέ δεν μού άρεσε η δίεση
Ούτε του ορίζοντα
Ούτε της μέγγενης
Σε κείνο το χειρουργικό τραπέζι
Με την μοσχαροκεφαλή
Που ετοίμαζες για το δείπνο μας
Είχες μελώσει και κάστανα
Και σταφίδες σε κόκκινο κρασί

Μού έδωσες να πιω τη νύχτα
και το νέο μελιαστό
Και ήπια

Θεέ μου, πόσο ήπια!

Και είπες ότι η σοδειά εκείνη τη χρονιά ευλογημένη ήταν
Γι’ αυτό και το κρασί σου με μεθούσε
Γι’ αυτόν είπες
Κι όχι γι’ άλλο λόγο
Το χρυσό λαγήνι σου γεμάτο ήταν
Κρέμονταν οι ρόγες
Στα δάχτυλά μου μέσα οι χυμοί
Χρυσοί και κατακόκκινοι

Γι’ αυτό είπες
Και για τίποτα άλλο
Δεν θα ρωτάς
Δεν θα μιλάς
Μον’ θα σιωπάς
Καθώς τη νύχτα εγώ θα πίνω
Δεν θα λυγίσεις
Δεν θα αναδέψεις το καζάνι
Με τα βοτάνια
Μια ρίζα και μια φτερούγα από αετόπουλο
Θα ρίξεις στη στάχτη
και θα ρημάξει το αλάτι της γης
Και θα πετρώσει
Το ύδωρ του κόσμου
Και τα γοργόνεια θα κρατηθούν σε κύκλο
Ανίερου χορού

Ετσι είπες
Και άρχιζες να με ντύνεις
Στα τούλια τα ροζ τα αραχνοΰφαντα
Και τα γοβάκια μου τα κρυσταλλένια φίλησες
Με τα ηδυπαθή σου χείλη


Και αρχίσαμε οι δυο μας το χορό

Και το γοργόνειο
Μάς κοιτούσε
Και κοιτούσε
Και κοιτούσε

Και δεν πετρώναμε
Και λικνιζόμαστε σαν ροζ φλαμίνγκος
Και σαν γερανοί αποδημητικοί πετούσαμε μακριά

Και η Μέδουσα
Ξερίζωσε τα φίδια της
Και εξόρυξε τους οφθαλμούς της

Και είπε στον Οιδίποδα

«Μην τους αφουγκράζεσαι πια

Δεν είναι δικοί σου
Μήτε δικοί μου
Ανήκουν στα αποδημητικά
Ανήκουν στους ανέμους
Ανήκουν στις νυχτερινές του δάσους οιμωγές
Και στις σπηλιές τις ανήλιαγες

Μην τούς οσμίζεσαι
Γιατί το αίμα σου όλο θα χυθεί
Και θα κυλήσει στην ανομία σου η πέτρα

Ασ’ τους αυτούς

Θα αποδημήσουν τώρα στο νοτιά
Θα κολυμπήσουν με χελιδονόψαρα
Θα στολιστούν κοχύλια
Και κοράλλια

Θα κάνουν έρωτα σαν δυό δελφίνια τρελαμένα
Από πόθο

Και θα φιλιούνται σαν
Ροζ φλαμίνγκος
Σαν κορμοράνοι
Σαν χρυσοφτέρουγοι γερανοί»

Έτσι η Μέδουσα - το φοβερό γοργόνειο - απεφάνθη
Και ο Οιδίποδας την άνομη την κλίνη
Και το απέραντο σκοτάδι του κανάκεψε
«Ναι, άσ’ τους αυτούς, όσο είναι ευτυχισμένοι…»

ΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ

Γιατί ένα αποδημητικό πουλί
Είναι η ευτυχία
Που όλο στο Νοτιά πετά
Και φεύγει
Κι αφήνει πίσω του
Ροζ φτερά
Και ροζ σκιές

Ένα φλαμίνγκο ροζ
H ευτυχία
Είναι

Lucy 2006





Friday, December 15, 2006