Showing posts with label gothic. Show all posts
Showing posts with label gothic. Show all posts

Friday, June 19, 2009

Το Κρυστάλλινο Πουλί

Κάτι πολύ παλιό μου, που με γεμίζει νοσταλγία...

Στα ηχεία μας σήμερα:
Igor Stravinsky
Firebird

Πίνακας του
Arthur Hughes
Pre-Raphaelite Painter,
(27 January 1832 – 22 December 1915)



The Property Room



Η νύχτα ήταν βαριά, ασήκωτη.
Οι μουσκεμένες αναλαμπές του μυαλού μου βουτούσαν στο σκοτάδι, προσπαθούσαν να το δαμάσουν, αλλά αυτό ορθωνόταν με απίστευτη αγριότητα, κρατώντας φιδίσια μαστίγια και με απειλούσε με πλήρη καθυπόταξη.
Ξεκίνησα να τρέχω.
Μπροστά μου ορθώθηκαν θόλοι από γρανίτη και κίτρινο αδάμαντα, με τόση πρισματική αρμονία και με τόσες εκτυφλωτικές λάμψεις, που αναγκάστηκα να κλείσω τα μάτια.
Μέσα από τα μισόκλειστα βλέφαρα διέκρινα μια αχνή σκιά.
Μού έτεινε ένα χέρι. Ήταν ένα χέρι πελώριο, κρατούσε ένα χάρτη κιτρινισμένο, παλιοκαιρίτικο.
Άνοιξα πάλι τα μάτια, είχαν χαθεί γρανίτες και αδάμαντες από τους ορίζοντες του οπτικού μου πεδίου, που φαινόταν να είχε στενέψει τόσο πολύ που είχε μετατραπεί σε μια ατέλειωτα υποφωτισμένη σήραγγα.
Το χέρι με δελέαζε με κινήσεις υπνωτιστικές.
Σαν χαμένη και με το μυαλό να με διατάζει να ακολουθήσω το χέρι μπήκα στην σήραγγα.
Αναμμένα δαδιά σιγόκαιγαν και στις δύο πλευρές της στοάς και καθώς περνούσα σιμά τους, έσκυβαν αργά προς το μέρος μου μουρμουρίζοντας:
«Συγγνώμη, νεκρός, παγίδα, ..» κι άλλες χιλιάδες λέξεις που δεν προλάβαινα να τις απορροφήσω πλήρως καθώς η μια γεννιόταν στον απόηχο της άλλης κι όλες μαζί βογγούσαν με ήχους της αποκάλυψης.
Η σήραγγα φάνταζε ατέλειωτη, άρχιζα να κουράζομαι, να φοβάμαι, όταν το χέρι σταμάτησε απότομα και έστρεψε το χάρτη προς μια δάδα.
«Θα καεί», φώναξα με μια φωνή που φάνηκε να ακούω μόνο εγώ, καθώς ήχος δεν βγήκε και οι δάδες συνέχιζαν το αέναο λεξιπλέξιμό τους.
Ο χάρτης πήρε φωτιά, μια πύρινη γλώσσα γαλάζια στην αρχή και μετά κατακόκκινη, ξεπετάχτηκε σαν φοβέρα αλλά και σαν γλυκιά υπόσχεση, έγινε ένα πανέμορφο παρανάλωμα, εκεί μπροστά στα πόδια μου κι εγώ κάθισα κάτω, κι άρχισα να κλαίω βουβά, καθώς ούτε χέρι πια έβλεπα, ούτε έξοδο, ούτε κάτι που να μπορούσα να το θεωρήσω αρκετά ζωντανό, ώστε να με βοηθήσει να βρω το δρόμο της επιστροφής.

Έπρεπε να έμεινα εκεί ώρες πολλές και μάλλον απόκαμα κι ίσως με πήρε ο γλυκός μορφέας στην κάμαρά του, να με ανακουφίσει για κάμποση ώρα, όταν μια τσιριχτή φωνούλα έκραξε μες τ’ αυτί μου : «Έλα!»
Ξύπνησα αλαφιασμένη, η στοά είχε σκοτεινιάσει εντελώς και οι δάδες είχαν υποκύψει στο μοιραίο.
Δεν σιγόκαιγαν πια τις παράδοξες λέξεις τους, μόνο δάκρυζαν, και το δάπεδο της στοάς είχε γεμίσει από γαλαζοπράσινα δάκρυα, που δημιουργούσαν λεπτόχρωμα κρύσταλλα και γλιστρούσαν σαν κόλαση.
Γλίστρησα στο πρώτο βήμα μου προσπαθώντας να υπακούσω σε κείνο το «έλα».
Νόμισα πως κατρακύλησα ώρα πολλή, και τα κρύσταλλα μ’ ακολουθούσαν,
πραγματικά κατρακυλούσαν κι αυτά μαζί μου, πλέκοντας γύρο μου έναν αστραφτερό και διάφανο ιστό.
Μ’ έριξαν μαλακά σ’ ένα πολύ μικρό δωμάτιο, όλο καμωμένο από λέπια και ουρές σαύρας.
Πράσινο, γλοιώδες και αποκρουστικά σαγηνευτικό.

Μόλις έπεσα στο δάπεδο, που φαινόταν να μετακινείται συνεχώς τα κρύσταλλα όλα ορθώθηκαν μπροστά μου και σχημάτισαν μια καλοφτιαγμένη φιγούρα ενός πουλιού.
Το κρυσταλλένιο πουλί πήρε το χρώμα του εβένου και οι ανοιγμένες φτερούγες
το χρώμα του αχάτη.
Το ράμφος είχε το χρώμα του αιματίτη.
Το πουλί μού έγνεψε.
Σκαρφάλωσα στην ράχη του.
Δεν ήταν σκληρή ούτε κρύα, μα απίστευτα θερμή και μαλακιά.
Οι ουρές σαύρας ξεκίνησαν να σαλεύουν απειλητικά, άρχισαν να τεντώνονται, να εκτοξεύονται, άγγιξαν τα γυμνά μου πόδια, τυλίχτηκαν στους αστραγάλους, ανέβηκαν ψηλότερα στα γόνατα, με τραβούσαν με δαιμονική μανία.
Τα λέπια έστησαν χορό μετακινώντας το πάτωμα και τους τοίχους που πια είχαν πάρει το σχήμα στόματος ορθάνοιχτου και βρυχώνταν ακατάληπτους ήχους.
«Κράτα με». Είπε το μαύρο πουλί!
«Σε κρατάω»! Είπα και σφίχτηκα πάνω στις εβένινες φτερούγες, που είχαν ανοίξει και ξερνούσαν μολύβι και κομμάτια γρανίτη, με τόση ταχύτητα και δύναμη, που οι ουρές άρχισαν να αιμορραγούν και να τρυπώνουν η μια κάτω απ’ την άλλη φτύνοντας απειλές και κατάρες.
Λούφαξαν οι σαύρες κι άνοιξαν χώρο τα λέπια και το μαύρο πουλί με τα εβένινα φτερά πέταξε ανάμεσά τους και εκτινάχτηκε ψηλά στον ουρανό.

Μα δεν ήταν ουρανός αυτός, ήταν ένα παράξενος βαθυγάλαζος θόλος, με χιλιάδες κεντίδια από χρώματα και αστραπές.
Στο κέντρο του θόλου μία υπέροχη σύνθεση από περίτεχνα vitraux, αναπαριστούσε μια θυσία.
Κοίταζα μαγεμένη. Δεν χωρούσε ο νους τέτοια ομορφιά, τέτοια αρμονία, τέτοια πανδαισία χρωμάτων.
Ποιά θεϊκή παλέτα είχε γεννήσει αυτή τη δημιουργία;
Ποια λατρεία είχε εμφυσήσει στον δημιουργό αυτού του αριστουργήματος
την αποθέωση της τέχνης;
Τόσο συνεπαρμένη ήμουν που είπα στο πουλί: «Θέλω να πάω κοντά, θέλω να δω!»
«Όχι, δεν μπορείς»
«Γιατί όχι;»
«Δεν θα αντέξεις, θα χαθείς…»
«Δεν πειράζει, αρκεί που θα δω»
Το πουλί δάκρυσε.
Τα δάκρυά του έγιναν μικρές ψιχάλες και με διαπέρασαν σαν σουβλερός υπέρηχος.
Ξαφνικά πονούσα και κρύωνα, έκανε παγωνιά, και κάποιες νιφάδες άρχισαν να χορεύουν τρελά γύρο μου.
«Πήγαινέ με εκεί, κι ας χαθώ».
Το πουλί άλλαξε χρώματα τότε μπροστά στα έκθαμβα μάτια μου, χιλιάδες χρώματα εκτυφλωτικά κι άρχισε να πετά με κυκλικές κινήσεις μέσα στον τεράστιο θόλο, πλησιάζοντας την οροφή και το θαυμαστό έργο, που με τρελή λαχτάρα περίμενα ν’ αντικρίσω.
Κάθε φορά όμως που πλησίαζε, έκανε μια καλοζυγισμένη χορευτική φιγούρα
και βουτούσε στο κενό!
Δεν προλάβαινα να δω κι άρχισα να βουρκώνω.
Δεν ήταν φίλος μου τελικά το πουλί, μού στερούσε αυτό που ποθούσα πιο πολύ
εκείνη τη στιγμή.
Έκλαιγα γοερά και παρακαλούσα να με αφήσει.
«Κατέβασέ με από τα φτερά σου, θα σκαρφαλώσω μόνη μου!»
Το πουλί κάγχασε δυνατά και ήταν εκείνη τη στιγμή
σαν να περιγελούσε όλη μου την υπόσταση!
«Καλά» είπε.
Άρχισε ν’ αψηλώνει σιγά-σιγά προς το θόλο.
Τα χρώματά του πάλι μεταλλάχτηκαν έγιναν σκούρα γκριζωπά.
Πετούσε με μεγάλες κινήσεις ανοίγοντας τις φτερούγες
σε όλο τους το υπνωτιστικό βεληνεκές.

Φτάσαμε κοντά στον θόλο, σχεδόν άπλωσα το χέρι και τον άγγιξα.
Μοναδικής αρμονίας χρώματα και παραστάσεις ονειρικές.
Μια θυσία.
Μια γυναίκα στο ράμφος ενός πουλιού, με σχισμένo το αραχνοΰφαντο φόρεμα,
ήταν έτοιμη να παραδοθεί στο πεπρωμένο.
Το πεπρωμένο είχε μάτια γερακιού κατάμαυρα, και μαλλιά μέδουσας,
πολυπλόκαμους όφεις.
Χέρια κατάλευκα και σώμα σαν μαβιά πηχτή θάλασσα.
Το πεπρωμένο είχε όνομα.
Κάποια δυσανάγνωστη λέξη. Προσπάθησα να τη διαβάσω. «Επιθυμία»
Έμεινα να κοιτάζω αποσβολωμένη την παράσταση της θυσίας.
Τη ρουφούσα σαν μέλι και σαν γάλα, σαν δροσερό νερό και σαν δηλητήριο.
Την κατάπινα χωρίς ανάσα.
Την κοίταζα ώρα πολλή, δεν την χόρταινα.
Το πουλί με συντρόφευε στην ατέρμονη λαχτάρα μου να δω κι άλλο,
να ρουφήξω κι άλλο την μοναδικής καλλονής παράσταση.
Πετούσε αργά, απαλά και ξαφνικά ένοιωσα πως πετούσε κουρασμένα.
Απλά κουνούσε τις φτερούγες αλλά παρέμενε στο ίδιο σημείο,
αφήνοντάς με να απολαμβάνω κι άλλο κι άλλο…
Τα χρώματα όλα είχαν σβήσει, ούτε το γκρίζο είχε απομείνει.
Είχε γίνει διάφανο το πουλί, και είχε αρχίσει να κελαδάει.
Τι γλυκιά λαλιά!
«Κουράστηκες πολύ, σ’ ευχαριστώ καλό μου πουλί. Πάμε να φύγουμε τώρα, αρκετά είδα», είπα.
Το πουλί γλυκολαλούσε για λίγη ώρα ακόμα.
Μετά σταμάτησε, σιώπησε εντελώς.
Βούτηξε κάθετα στην αίθουσα, και με άφησε απαλά στο μαρμάρινο δάπεδο.
Παντού ήταν σκορπισμένες γραφίδες, σφραγιδόλιθοι και κομματιασμένα αγάλματα.
Είπα, κουράστηκε και θέλει να ξαποστάσει πριν κινήσουμε ξανά.
Το καημένο, τόση ώρα με βαστούσε στις φτερούγες του.
Εκείνο έκανε ακόμα μια πτήση ψηλά στο θόλο. Πτήση μοναδικής ωραιότητας και γλυκολαλούσε ξανά,
Θεέ μου πόσο γλυκά λαλούσε!
Έκλεισα τα μάτια ν’ απολαύσω την ουράνια μελωδία, όταν πυκνοί και αποτρόπαιοι ήχοι από απειλητικά φτεροκοπήματα μ’ ανάγκασαν να τα ανοίξω πάλι!
Το πουλί, το δικό μου πουλί είχε ξαναπάρει όλα τα χρώματά του, είχε βαφτεί κατάμαυρο με μάτια από αχάτη που πετούσαν πύρινες σπίθες και ράμφος αιματίτη.
Θα ανέβω πάλι στα ζεστά φτερά του σκέφτηκα.
Εκείνο μ’ άρπαξε στο ράμφος του, όμως, που είχε γιγαντωθεί αλλόκοτα, και με σήκωσε ψηλά στο θόλο.
Τα κρυσταλλένια φτερά έτριξαν με δύναμη και τα γαμψά νύχια χτύπησαν με ορμή τα vitraux. Εκείνα διαλύθηκαν σε χιλιάδες πρισματικές, πολύχρωμες στάλες κι άρχισαν να πέφτουν, θλιμμένη βροχή,γδέρνοντάς μου το λαιμό και το στήθος.
Το πουλί βγήκε στο φως, μαζί κι εγώ παγιδευμένη στο ατσαλένιο ράμφος.
«Με πονάς» ψέλλισα.
Το πουλί βουβαινόταν.
«Γιατί;» πρόλαβα να πω.
«Δεν έπρεπε να δεις το πεπρωμένο σου. Τώρα είναι αργά».
Είπε το πουλί και μόνο τον απόηχο του απαίσιου κρωξίματος άκουσα, καθώς με άφηνε να γκρεμίζομαι στο κενό.

© Κάτια Α. 2006

Wednesday, May 6, 2009

Βροχερά Δωμάτια

Στα ηχεία μας σήμερα
Claudio Monteverdi
Lamento Della Ninfa
Orfeo - Rosa Del Ciel
and more...

Πίνακες του
John William Waterhouse
(Born April 6, 1849 Rome
Died February 10, 1917 London)
(Pre-Raphaelite painter,
έργα του οποίου 
θα παρουσιαστούν εδώ σύντομα)


The Lady of Shalott



Στη στοιχειωμένη λίμνη, φάσμα άϋλο,
σκιά του ερέβους,
μετρώντας τις ανάσες μέσα από ανεστραμμένους καθρέφτες,
λάμνοντας σε τρικυμισμένα βάθη
παγιδευμένη στα δηλητηριώδη φύκια
και τα αγριόχορτα

Το διάλεξα;
Ή με διάλεξε;

Να είμαι μια σκιά, που ψηλαφίζει τα σκοτάδια.
Ένα θλιμμένο ρόπτρο σε κείνη την παλιά, χαραγμένη πόρτα,
που ηχεί και ξαναηχεί, μέταλλο και λάμψεις ακατέργαστες,
ξύλο και λάδι,
νερό και ρείθρα,
ένα τοπίο σε κατάβαση,
δημιούργημα του γοργόνειου και της πέτρας.

Ποιος "αόρατος θίασος" με ακολουθεί
και ποιες "εξαίσιες μουσικές" ακονίζω με τη λάμα μου;

Κι εσύ, φίλημα ηδονικό, με του Μορφέα τα χάδια, παραφυλάς κρυφά,
ν' ακούσεις τους ψιθύρους,
να αφουγκραστείς τις νότες απ' τα απόκρυφα σημάδια.
Κι έναν καημό,
που είναι ο καημός μου.
Μια νότα ανέγγιχτη.
Απροσπέλαστη χαρακιά που βουτάει τις ίριδες στο μαύρο μελάνι.
Μια νότα, που με οδηγεί τις αφέγγαρες νύχτες σε έναν αόρατο κόσμο...
Που γίνεται ορατός και παίρνει χρώμα
μόλις πέσουν οι βαριές, βελούδινες κουρτίνες του σκότους
στα βροχερά δωμάτια, που χρόνια κατοικώ.

Κάτια Α. 2009

Σημ. Ο τίτλος είναι έμπνευση ενός αγαπημένου φίλου.

Ophelia

Wednesday, July 30, 2008

Η Κατακόμβη των Ονείρων

Στα ηχεία μας σήμερα:
Popol Vuh
και
Hans Zimmer


Opening credits of
Nosferatu (1979)
by
Werner Herzog




Στεγανοποιημένο το πηγάδι του διαβόλου
ριχτήκαμε νύχτα
χωρίς σκοινί και κουβά
κι όλο στενεύουν τα τοιχία του
και αναδεύουν οι λειχήνες
ασθμαίνοντας για δηλητηριώδεις εναγκαλισμούς

η πτώση αμείλικτα κάθετη
και σφοδρή
τα νύχια προσπαθούν να γαντζωθούν
μα γδέρνονται
σκίζονται και ματώνουν

κορμιά άψυχα στον πάτο
η κατακόμβη των ονείρων
τα ξερνάει σαν μιασμένα υπολείμματα
μιας ακίνητης
και μελαγχολικής αιμομιξίας
όταν η κατακλυσμιαία βροχή
δεν προμηνούσε άλλο
παρά τον θάνατο

© Λ.Κ. 2008

Friday, July 25, 2008

The Chapel of the Holy Blood.-Brugge

All the snapshots are taken by me
(July 2008)
Burg's Square, Brugge


Στα ηχεία μας σήμερα:

Popol Vuh
and

Hamlet Gonashvili
(Zinskaro)
(Gothic, υποβλητική, 
μυστηριακή, τρομακτική μουσική)















 
 





Και μερικές ακόμα απόψεις
από την φαντασμαγορικής καλλονής πόλη...


 
   

The market place (Grote Markt)    




 The Belfry   Tower

in the 

Grote Markt



 

L.K. 2008

Sunday, May 4, 2008

Ghostly Lover

Στα ηχεία μας σήμερα:
η Λ.Κ. Αντωνίου, (δλδ. εγώ, η Loreley-Lucy)
διαβάζει το ποίημά της
"Ghostly Lover"





Ghostly Lover

A wild flowers wreath
Upon waving gold
Catches his glimpse
Makes him jealous
His wrath tears his heart
His mind courts with the inevitable
Never before has he hated so
Never before has he adored so
His hands touch emptiness
His cry flies on silken roses
By the lake
Beneath bending birches
He recalls shadowy eyes
Flaming lips like glorious petals
Pale hands like poisonous birds
In the deep forest
He seeks for the ghostly lover
The lady of his soul
In the cradle of water lilies he
Falls into merciless dreams
And from the greenish emeralds
Under the moonlight she rises
For him alone
Playing the harp harmoniously
Singing a lullaby
Weaving his hair in an eternal
And never ending stillness
Pulling him
In her deep
Turquoise sleep
For ever

2006 © L.K.

Monday, April 21, 2008

Πλίνθοι και κέραμοι...

Στα ηχεία μας σήμερα:
Cocteau Twins
Aloysius
(προς τιμήν του
James Augustine Aloysius Joyce)
και
Lorelei



Πρώτα απ' όλα, να ευχηθώ στον Γιώργο Παπανδρέου, περαστικά, σιδερένιος και να αναρρώσει τάχιστα!
Τι έγινε, βρε Γιώργο, αγόρι μου;
Βουντού σού έκαναν κι είχες ένα τόσο απροσδόκητο και περίεργο ατύχημα, με το ποδήλατο σε άδειο εξοχικό δρόμο; Εγώ στη θέση σου, θα μήνυα τον δήμο, την κοινότητα, ό,τι είναι τέλος πάντων εκεί στην Σταμάτα, όπου έγινε, αν δεν απατώμαι, το περιστατικό, που δεν φροντίζουν, όπως πρέπει να "μπαλώνουν" τις λακκούβες και βάζουν σε κίνδυνο τους ξέγνοιαστους εποχούμενους!

Περαστικά σου, Γιώργο, ολόψυχα, και να γυρίσεις γρήγορα στα καθήκοντά σου!

Τι περίεργο πράγμα!
Ετούτη 'δω την άνοιξη, ραγιάδες, ραγιάδες, ε, καλά, όχι και ραγιάδες ακριβώς!
Αγαπητοί μου συμπολίτες, κλέφτες και λωποδύτες, ωχ! ούτε αυτό το ποίημα κάνει!

Τέλος πάντων, τούτη εδώ η άνοιξη, ετούτο το Πάσχα, που πλησιάζει, δεν έχουν ακόμα καταφέρει να με βάλουν στην κατάλληλη πνευματική και ψυχική ανάταση, στην οποία μόνη μου έμπαινα, μετά μεγάλης προθυμίας, άλλες χρονιές!
Δεν ξέρω, πώς έχει γίνει έτσι η fucking reality, και δεν μπορώ να χαρώ έστω, αυτά τα λίγα όμορφα, που έχω στην ζωή μου.
2-3 αγαπημένους φίλους, μια άλφα (λέμε τώρα!) οικονομική άνεση, μια γλυκιά και τρυφερή παρουσία πλάι μου, ( ένας καθ' όλα όμορφος άνθρωπος), που με αγαπά και με συνδράμει τις ώρες της μαυρίλας, την υγεία μας, τέλος πάντων...
Σε άλλες εποχές, νομίζω, ότι αυτά θα ήταν υπεραρκετά, για να νιώσει κανείς έως και πολύ χαρούμενος, ικανοποιημένος!
Αλλά πως να χαρεί κανείς;
Όπου και να γυρίσεις, η ζοφερή πραγματικότητα σε αποδιοργανώνει.
Τα κινητά, απεφάνθησαν πλέον οι ειδικοί, είναι καρκινογόνα! Το φέρνουν σιγά-σιγά, να μην πανικοβάλλουν τους χρήστες.
Αναφέρονται, προς το παρόν, μόνον στα παιδιά και στις ζημιές, που προκαλούν στους παιδικούς εγκεφάλους!

Ο καρκίνος θερίζει και τα αίτια είναι τα σκουπίδια, που προσλαμβάνουμε στην καθημερινή μας τροφή, με τα φυτοφάρμακα στα φρούτα και στα λαχανικά και με τα αντιβιοτικά στα κρεατικά και στα πουλερικά!
Τα ψάρια επίσης, είναι γεμάτα κάδμιο, υδράργυρο και άλλα βαρέα μέταλλα!
Τα βιολογικά προϊόντα είναι μια κάποια λύση, αν είναι πραγματικά βιολογικά κι όχι fake!
Μα τι να φάμε, τέλος πάντων; Μήπως να το ράψουμε καλύτερα;
Είναι κι αυτό μια κάποια λύση!
"Πάνω που τον συνήθισα να μην τρώει, αυτός ο άτιμος πήγε και μού ψόφησε!"
Α, ρε Χότζα, σοφέ!

Ας είναι καλά η ΥΠ.ΕΞ., που έκανε διάσημο το twitter.com (τσίου-τσίου!) στην Ελλάδα!
Μα, ναι! Η ΥΠ.ΕΞ. και η συνάντησή της με Έλληνες (ε, τι θέλατε πια κι εσείς, με σκοπιανούς να συναντηθεί η γυναίκα;) bloggers!
Προσωπικά, πιστεύω, ότι πολύ καλά έκανε και συναντήθηκε με κάποιους από το διαδίκτυο, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου, τώρα!
Tο θέμα μου είναι το twitter.com (τσίου τσίου, λέμε!),
ή όπως το έχω ονομάσει, το site της άχρηστης πληροφορίας της ημέρας!

Τι σού είναι, τέλος πάντων, αυτοί οι Αμερικανοί! Να μην αφήσουν άνθρωπο να ξεφύγει από το δίχτυ! Εκεί! Να τον έχουν καθηλωμένο, καλωδιωμένο και ναρκωμένο!

Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη, είναι μεγάλη η πίτα και όλοι κάνουν σαν τρελοί για ένα κομματάκι!
Ε, τι, μόνο ο Μπίλλυ δε κιντ, θα τρώει;
Άσε, που δεν έχουν καθόλου, μα καθόλου φαντασία! Δεν υπάρχουν readers, friends, contacts, κάτι νόστιμο κι ευφάνταστο, τέλος πάντων, αλλά following και followers!
Άντε, ρε! Αλήθεια;
Followers! What the hell!
Σε εποχές βασιλείας βρισκόμαστε;

Αλλά κι εκείνο το κλιπάκι, για να σε πείσουν να ανοίξεις λογαριασμό, είναι επιπέδου νηπιαγωγείου!
Η Κάρλα, λέει, γράφει 140 λέξεις, για το τι κάνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή.(Έλα, ρε! Πώς το σκέφτηκες;)
Έτσι, οι ανά τον πλανήτη φίλοι της θα είναι ικανοί να γνωρίζουν, ότι η Κάρλα πίνει καφέ, τής έκατσε το σουφλέ, ή την έπιασε κόψιμο!

Επίσης, η ίδια Κάρλα θα μάθει, ότι ο διαδικτυακός φίλος της από το Αζερμπαϊτζάν έπαθε κόλλημα με τους Van Halen, o έτερος φίλος της αγαπά το base ball, και η φίλη της από την Χαβάη, μόλις έφαγε μπλε καβούρι, που δεν δημιουργεί χοληστερίνη, γιαυτό είναι και πανάκριβο!

Please!
No more useless information, no more brainwash!
Get the fuck outahere!
We are still Europeans!

Και όπως πολλές φορές έχω ξαναπεί:
GET A LIFE!!!

Λίγες μέρες πριν, είδα το απόλυτο αρσενικό, τον Colin Farrell, στην άκρως εσωτερική ταινία του Martin McDonagh "In Bruges"!
Γλυκός, ευάλωτος, κακό παιδί, ως συνήθως, αλλά με μια ερμηνεία στην κόψη του ξυραφιού!
Παραπαίει ανάμεσα στο τραγικό και στην αδεξιότητα της "μούτας". Βρίζει, σαν γνήσιος dubliner, καπνίζει, πίνει, τρώει τα νύχια του, βαράει ό,τι κουνηθεί μπροστά του και ερωτεύεται, ενώ εσωτερικά, οι τύψεις τού καίνε τα σωθικά! Έχει σκοτώσει, από ένα γελοίο λάθος, ένα μικρό αγόρι. Εκεί στην Bruges, μια "παραμυθένια, γοτθική πόλη", που όμως δεν τού αρέσει καθόλου, μάλιστα την χαρακτηρίζει σαν μια άθλια τρύπα, θα συναντήσει και την κόλαση και τον παράδεισο!
Ο Martin McDonagh κάνει ένα καυστικό σχόλιο για την παιδοφιλία και γενικώτερα για την κακοποίηση παιδιών στο Βέλγιο, μια χώρα, που όπως φαίνεται, δεν την έχει καθόλου σε υπόληψη! Τι να το κάνεις το παραμυθένιο σκηνικό, λέει, όταν η διαστροφή είναι τόσο διαδεδομένη!
Και τελικά, ο Ryan-Colin αποφαίνεται, αιρετικά, τελείως αιρετικά, σαν τραγικός ήρωας του James Augustine Aloysius Joyce, και σαν γνήσιος Δουβλινέζος, ότι
η Bruges είναι η κόλαση (του)!

Λ.Κ. 2008

Wednesday, April 4, 2007

Ναοί της Ευρώπης



Όλες οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες από εμένα
το καλοκαίρι του 2006

Innsbruck Austria








Oberammergau Germany







Lindau Germany







Freiburg Germany







Heidelberg Germany









Innsbruck Austria