Showing posts with label fantasy. Show all posts
Showing posts with label fantasy. Show all posts

Friday, August 31, 2012

Πανσέληνος



"Full Moon" 

by Michael Roppert






Η Πανσέληνος του Αυγούστου
Μπλε-Ασημένια αργοσαλεύει
βιγλίζει από ψηλά,
βουτάει και βυθίζεται
και αρμενίζει
στα κατασκότεινα

νερά του Αιγαίου
και τους χαρίζει αέρινα
και απαλα μια στάλα
από τη λάμψη της

την φευγαλέα.
Σε μια ασημοσκόρπιστη
ασημογέννητη αχτίδα
αναριχιέμαι απόψε.
Στα σκοτεινά τα βάθη
τα τρικυμισμένα
καταδύομαι,
στα υγρά παλάτια
του αγριεμένου Ποσειδώνα.
Μπλέκονται τα ξέπλεκα μαλλιά μου
στις πλατινόκοπες τις τρίαινες
του υδάτινου θεού.
Τρίτωνας και νηρηίδες
γύρο μου στήνουν χορό πλανευτικό
με άηχες μελωδίες του βυθού.
Σε άρπες φιλντισένιες
τ' ακροδάχτυλά θροΐζουν

και σε πελώριο κοχύλι

μ' εγκλωβίζουν.

Μαργαριτάρια βαθυμπλέ κυλούν
στα μάγουλα και στα όνειρά μου.
Σε χίλιες δυό σταγόνες διάθλασης
διάφανης και γαλάζιας σκορπούν
σιωπή αντηχώντας
κυματιστή και μεταξένια.
Ιππόκαμποι σε δίχτυα,
κοράλλια πορφυρά,
γίνονται η νέα φορεσιά μου.
Φύκια μαβιά και πρασινόχροα
με παγιδεύουν
σε μυστικά σαν χέλια μονοπάτια,
τραβώντας με γλυκά, λικνιστικά,
σε βυθισμένες πολιτείες,
σε απροσπέλαστους
θαμμένους θησαυρούς,
σε χαμένες και πανώριες
Ατλαντίδες.

Εκεί στ' ανεξερεύνητα τα βάθη

πλάσμα ουράνιο θεϊκό,

τα χέρια σου στη μέση μου τυλίγεις

και στα παλάτια σου γλυκά

με παρασέρνεις.

Μεσ' τα φιλιά σου

τα γλυκόπιοτα

με το νερό της λήθης σου

σαν σε άλλο νησί των λωτοφάγων

αφήνω πίσω παρελθόν

και θλίψη

και ντύνομαι το ένδυμα σου

το χρυσοποίκιλτο

με τ' άστρα

που ξερρίζωσες για μένα.

Είναι γλυκειά η λησμονιά σου

μεσ' τα νερά του φεγγαριού

είναι πλάνη θανατερή

η Ποσειδώνεια τρίαινά σου.

Υπνωτισμένη από χέλια

ηλεκτροφόρα

και μέδουσες ηδονικές

βυθίζομαι σε πελαγίσιο ύπνο

μέσα στα χέρια σου

τα υγρά ερέβη

μέσα στα βλέφαρα

τ' ανήλιαγα σου σπήλαια

και μεσ' τα όνειρα

κάθε ρανίδα πόθου

μού στραγγίζεις

κάθε ίνα στα σκοτάδια βυθισμένη

μού μεθάς.

Κάτια Ξ.
Αύγουστος 2012

Friday, June 1, 2012

Beauty and the (non)Beast

Happy June!

American illustrator

Beauty and the Beast


You can find beauty
even in the darkest corners
of your mind.

Katia
June 2012


Jean Cocteau
(French poet, novelist, dramatist, designer,
playwright and filmmaker)
(5 July 1889 – 11 October 1963)

La Belle Et La Bête
Movie Poster  

Sunday, May 6, 2012

La Belle Dame sans Merci

Paintings titled:
"La Belle Dame sans Merci" (The beautiful lady without Mercy),
inspired by the poem of John Keats: 

John William Waterhouse


Frank Cadogan Cowper

Εύμορφη, χωρίς έλεος κυρά
τα μάγια λύσε,
απ΄τα χρυσά σου τα μαλλιά
τους δηλητηριώδεις κισσούς
στέρξε να ξεμπλέξεις.

Τα βρύα και τ' αγριόχορτα
με τα κρινένια δάχτυλά σου
απομάκρυνε
κι έτσι τα συννεφένια μάτια σου
να λάμψουν στο λυκόφως.

Τ' αλύγιστα κλαδιά
με τα αλύπητα αγκάθια
παραμέρισε μ' ένα σου αέρινο νεύμα
να δεις τα χωρίς οίκτο έργα σου.

Μπούκλες χλωμές, γερμένες
σε αλαβάστρινο παλικαριού μέτωπο
σωπαίνουν και κοιμούνται
μαζί μ' εκείνον
θωπεύοντας τα σφαλιστά του μάτια.

Ύπνος και λήθαργος βαθύς
όμοιος με αδελφό του Μορφέα,
μαζί με γητειές και μυρωμένα βότανα,
τα μέλη του υποτάσσει
και σε αγκάθινο λαβύρινθο
ολοένα τον τυλίγει
ραντίζοντας τον ροδοπέταλα
και νούφαρα της λίμνης
βάζοντας για προσκέφαλό του.

Της λήθης η πλούσια χλόη 
θα σε τυλίξει. χλωμέ ιππότη,
 με της πρώτης βροχής τις ροδοστάλες
καθώς εσύ σε όνειρα κι ελώδεις βάλτους
την άκαρδη κυρά θα ψάχνεις.

 Κάτια
Μάιος 2012


Walter Crane 


Arthur Hughes


Henry Meynell Rheam

Sir William Russell Flint

Frank Dicksee

Wednesday, February 22, 2012

Στη Σιωπή της Νύχτας

Πίνακες
του
Carlos Schwabe
( July 21, 1866 – 1926 )
German Symbolist painter


The Inner Silence



Ελάτε υφάδια της νύχτας
ν' απλώσετε τα πέπλα σας
επάνω στην αγάπη μου.

Ρόδινα στεφάνια
πλεγμένα στο σμαραγδένιο δάσος
για τα μαλλιά του
γιρλάντες από του κισσού τα φύλλα
κι αγριοάγκαθα χρυσά
με τρεις σταγόνες αίμα στις άκρες τους
για το λαιμό του.

Τρυπήθηκε το δάχτυλό μου
και το άλικο μου έτρεξε καυτό,
μα εκείνος με το δικό του θα το σμίξει
σε δώμα μυστικό και απροσπέλαστο
απ' της Κλωθούς το αγριεμένο μάτι,
καθώς το αδράχτι ρυθμικά θα πλέκει
σεντέφι από μεταξωτά μαλλιά
μπροκάρ, δαντέλες και βελούδα
για της αγάπης μας την εαρινή παστάδα.

Γιαυτό καλώ σε, νύχτα
με τη λευκή σου κουκουβάγια
χαρίσου σαν ευγενική και μεγαλόψυχη κυρά
ν' απλώσεις τους αόρατους μανδύες σου
επάνω στον καλό μου
αθέατος να γίνει
όταν κινήσει στεφανωμένος
με του κισσού τα φύλλα,
τα νούφαρά μου και τ' αγκάθια μου,
να 'ρθει να μ' ανταμώσει
στου κάστρου μου 
τον πιο ψηλό τον πύργο.

Lorelei
February 2012



Pelleas and Melisande




Thursday, February 9, 2012

Λύκε, λύκε, είσ' εδώ;

(Μικρό, παιδικό,
αθώο-όχι και τόσο-τραγουδάκι)

" Περπατώ εις το δάσος
όταν ο λύκος δεν είν' εδώ.
Λύκε, λύκε, είσ' εδώ;"



Περπατώ εις το δάσος
ποθώντας
να αποφύγω...

ή μήπως

να συναντήσω το λύκο;



Κι αν τον συναντήσω,

ΘΑ

χμμ...

θα τον κάνω αχνιστή, νόστιμη σούπα

ή καλύτερα στο φούρνο 

με πατατούλες...;

Κάτια Ξ
Φεβρουάριος 2012



Monday, August 16, 2010

The Monster

Η retrospectiva μου συνεχίζεται με ένα γραπτό μου του 2008.
Οι αναγωγές στο "Τέρας" είναι απολύτως προσωπικές. Και αλίμονο, δηλαδή, αν δεν ήταν...

'Εργα
του
Hans Rudolf "Ruedi" Giger



Το ατσάλινο τέρας βοά
κουλουριάζεται
απλώνεται
τυλίγεται
σέρνεται
συρίζει
ουρλιάζει
βρυχάται
σπέρνει χάος
γκρεμίζοντας
τις πύλες της κολάσεως
βογκώντας
ανοίγει δρόμους
στον βαλσαμωμένο χρόνο
με τα σιδερένια του πλοκάμια
ρουφώντας αίμα και οξύ

Βυθίζει τις κρύες, μεταλλικές του αρθρώσεις
γεμάτες αγκάθια και σκουριά
σε μαλακά, καυτά
σπλάχνα
ερεθισμένο
εξακοντίζοντας
διέγερση αναπόδραστου σύμπαντος
των cyber μηχανών

Βγάζει καρφιά και λάμες
Σκίζει τις λάμ ι ες
με δόντια από πλουτώνιο
και υδράργυρο

Τα αυγά του εκκολάπτει
σε φορμόλη και παγωμένο αίμα

Το σιδερένιο ανοσιούργημα
των ονειρώξεων του Γαλαξία Γάμα
γεννά κεφάλια μέδουσας
γοργόνεια κι εφιάλτες

Ηδονικές κραυγές
και πόθου οιμωγές
σαρώνουν τη ραδιενεργό σκόνη
λιώνουν βαθιά στης γης
την άνομη τη μήτρα

Ξερνάει το τέρας
τρόμο και ατσάλι
καθώς στον αδηφάγο κόλπο
του αιμάσσοντος πυρήνα
της σπαραγμένης Κίρκης
βυθίζει τον φαλλό
σε δηλητηριώδη στύση

Εκχύνοντας
σπέρμα
φονικό
ηλεκτροφόρο...

Katia X. 2008

Thursday, March 11, 2010

Die Walküre



Arthur Rackham
The Ride Of The Valkyries 1911



William T. Maud
The Ride of the Valkyries



Μαύρη, δυσοίωνη προβάλλει η βουνοκορφή
απ' τον πυκνό κι αδιαπέραστο
μέλανα δρυμό.
Καταλαγιασμένες από την καταιγίδα αχτίδες
απλώνονται στις κορυφές των δέντρων
τρεμάμενα-δειλά φωτίζοντας
τους στερνούς κυματισμούς των φυλλωμάτων
που θροΐζουν  βογγητά και κατάρες
εξιστορώντας γι' αλλη μια φορά
το αμάρτημα των ατσάλινων καρφιών.

Λυσσομανούν οι Βαλκυρίες
απ' τα βαριά τα σύννεφα ξεχύνονται
κραδαίνοντας τις αστραπές
εκτοξεύοντας τους κεραυνούς
ξερνώντας τις φοβερές ιαχές τους
με φλογισμένα μάτια και ακόντια
συντρίβουν - ανελέητες - τους άνδρες
  στο άγριο πέρασμά τους.

  Αντάρα και κουρνιαχτός
και αίμα
ποτάμια αίμα
στους χρόνους αυτούς τους σκοτεινούς
τους τρισκατάρατους
του ζόφου
και της μαύρης κοιλάδας των δακρύων
στους χρόνους του αποδεκατισμού

Μαύρη η κορυφή

κι απόψε
κι οι πορφυρές αχτίδες
στις δρυς και στις οξιές
αίμα αγνό που ξεδιψά
τις ξεραμένες ρίζες.

Κρυφτείτε, Βαλκυρίες της συμφοράς,
τούτη τη νύχτα
τ' ατσάλινα καρφιά
μονολογούν ιστορίες αμαρτωλές
που θα σάς πάρουν τη λαλιά...

Κάτια Α. 2010


Κι εδώ, ένα παλαιότερο γραπτό μου, με το ίδιο θέμα, από άλλη σκοπιά...

Friday, July 3, 2009

Dante Gabriel Rossetti


Στα ηχεία μας σήμερα:
Mozart
The Magic Flute


Dante Gabriel Rossetti

English Pre-Raphaelite artist
~original name Gabriel Charles Dante Rossetti~

(Born May 12, 1828, London, England,
died April 9, 1882, Birchington-on-Sea, Kent)


Γιός Ιταλού μετανάστη, γεννημένος στο Λονδίνο, στην Αγγλία, την χώρα των ιπποτών και των θρύλων, υπήρξε μαζί με τον William Holman Hunt, ο εμπνευστής μιας νέας φιλοσοφίας στην Τέχνη, ενός ρεύματος που "έσπαγε" τη φυσική συνέχεια στις τάσεις της εποχής και αποθέωνε την μεσαιωνική θεώρηση των πραγμάτων. Αποτέλεσμα αυτής την καλλιτεχνικής ανησυχίας και αναζήτησης ήταν η δημιουργία ενός από τα πιο εμβληματικά κινήματα στην ιστορία της Τέχνης, του κινήματος των Προ-Ραφαηλιτών.

Ο Dante Gabriel Rossetti υπήρξε λάτρης του Δάντη, στον εφιαλτικό κόσμο των ποιημάτων του οποίου είχε καταδυθεί πολλές φορές. Τιμώντας τον ποιητή, υπέγραφε ως Dante.
Με τα καρμικά νούμερα 8 και 2 σε αναστροφή στις χρονολογίες γέννησης και θανάτου του, ο Rossetti, όπως οι περισσότεροι ιδιοφυείς καλλιτέχνες, υπήρξε αυτοκαταστροφικός, εθίστηκε σε οπιούχες και υπνωτικές ουσίες, καταστρέφοντας αργά και μεθοδικά την υγεία του, όπως καταστράφηκε και η υγεία της γυναίκας του από την χρόνια χρήση του λάβδανου. (Το λάβδανο είναι μία παυσίπονη ουσία, που ακόμα και σήμερα χορηγούν, κυρίως οι οδοντίατροι, σε ελάχιστες ποσότητες στους ασθενείς τους)

Ο Rossetti ήταν ένας αθεράπευτα ρομαντικός, που συχνά κατέφευγε στην ποίηση για να εκφράσει τον πλούτο των συναισθημάτων του και την πολύπλοκη και αινιγματική φύση του.
Μερικά ποιήματά του παρατίθενται παρακάτω.

Οι πίνακες του είναι γεμάτοι φως, οι μορφές του αινιγματικά μελαγχολικές, ωστόσο παραπέμπουν σε ένα κόσμο ονείρου και ιδεαλιστικών οραμάτων.
Γεμάτες φυσική στιβαρότητα, υγεία και ζωντάνια, πράγματα που ήταν ζητούμενα την εποχή που έζησε ο Rossetti, όταν ο κόσμος μαστιζόταν από ανίατες ασθένειες, όπως η φυματίωση και η υγεία και φυσική κατάσταση του πληθυσμού ήταν ιδιαίτερα εύθραυστες, ειδικά στις χώρες με άσχημες κλιματικές συνθήκες και υγρασία, όπως η Αγγλία, οι φιγούρες του ήταν η εκπροσώπηση του ιδεώδους, του ιδεατού και του τέλειου!
Ήταν οι δικές του Καρυάτιδες, με τα αγαλμάτινα κορμιά, τις πλούσιες και περίτεχνες κόμες και τα δυνατά γεμάτα υγεία και αυτοπεποίθηση μέλη.
Ακόμα και στην αναπαράσταση του θανάτου της Beatrice, η μορφή της εκλιπούσας μοιάζει να κοιμάται ένα γλυκόν ύπνο, γεμάτον τρυεφερά όνειρα, καθώς δέχεται τον ασπασμό του αγαπημένου της, υπό μορφήν αγγέλου.
Τα χείλη της είναι ροδαλά και τα πλούσια μαλλιά της κυματίζουν θωπευτικά και υπνωτιστικά, αιχμαλωτίζοντας τη ματιά.
Θα μπορούσα να αναλύω επί ώρες τους μαγευτικούς και πλούσιους χρωματικά, αισθητικά και νοηματικά πίνακες του Δάντη της ζωγραφικής.
Αλλά καλύτερα να αφήσω εσάς να απολαύσετε τα έργα του και να δώσετε τις δικές σας ερμηνείες...

© Κάτια Α.


Self-portrait, 1847

The Day Dream

The Blessed Damozel

A Sea Spell

La Ghirlandata

Dante's Dream at the Time of the Death of Beatrice


The Blue Closet


The Tune of the Seven Towers


Poems by D. G. Rossetti

Lady Lilith

Of Adam's first wife, Lilith, it is told
(The witch he loved before the gift of Eve.)
That, ere the snake's, her sweet tongue could deceive,
And still her enchanted hair was the first gold.

And still she sits, young while the earth is old,
And, subtly of herself contemplative,
Draws men to watch the bright web she can weave,
Till heart and body and life are in its hold.

The rose and poppy are her flowers; for where
Is he not found, O Lilith, whom shed scent
And soft-shed kisses and soft sleep shall snare?
Lo! as that youth's eyes burned at thine, so went
Thy spell through him, and left his straight neck bent,
And round his heart one strangling golden hair.


Sybilla Palmifera

Under the arch of life, where love and death,
Terror and mystery, guard her shrine, I saw
Beauty enthroned; and though her gaze struck awe,
I drew it in as simply as my breath.

Hers are the eyes which, over and beneath
The sky and sea bend on thee, — which can draw,
By sea or sky or woman, to one law,
The allotted bondman of her palm and wreath.

This is that Lady Beauty, in whose praise
Thy voice and hand shake still, — long known to thee
By flying hair and fluttering hem, — the beat
Following her daily of thy heart and feet,
How passionately and irretrievably,
In what fond flight, how many ways and days!




A Sea Spell

Her lute hangs shadowed in the apple-tree,
While flashing fingers weave the sweet-strung spell
Between its chords; and as the wild notes swell,
The sea-bird for those branches leaves the sea.
But to what sound her listening ear stoops she?
What netherworld gulf-whispers doth she hear,
In answering echoes from what planisphere,
Along the wind, along the estuary?
She sinks into her spell: and when full soon
Her lips move and she soars into her song,
What creatures of the midmost main shall throng
In furrowed self-clouds to the summoning rune,
Till he, the fated mariner, hears her cry,
And up her rock, bare breasted, comes to die?

Friday, June 19, 2009

Το Κρυστάλλινο Πουλί

Κάτι πολύ παλιό μου, που με γεμίζει νοσταλγία...

Στα ηχεία μας σήμερα:
Igor Stravinsky
Firebird

Πίνακας του
Arthur Hughes
Pre-Raphaelite Painter,
(27 January 1832 – 22 December 1915)



The Property Room



Η νύχτα ήταν βαριά, ασήκωτη.
Οι μουσκεμένες αναλαμπές του μυαλού μου βουτούσαν στο σκοτάδι, προσπαθούσαν να το δαμάσουν, αλλά αυτό ορθωνόταν με απίστευτη αγριότητα, κρατώντας φιδίσια μαστίγια και με απειλούσε με πλήρη καθυπόταξη.
Ξεκίνησα να τρέχω.
Μπροστά μου ορθώθηκαν θόλοι από γρανίτη και κίτρινο αδάμαντα, με τόση πρισματική αρμονία και με τόσες εκτυφλωτικές λάμψεις, που αναγκάστηκα να κλείσω τα μάτια.
Μέσα από τα μισόκλειστα βλέφαρα διέκρινα μια αχνή σκιά.
Μού έτεινε ένα χέρι. Ήταν ένα χέρι πελώριο, κρατούσε ένα χάρτη κιτρινισμένο, παλιοκαιρίτικο.
Άνοιξα πάλι τα μάτια, είχαν χαθεί γρανίτες και αδάμαντες από τους ορίζοντες του οπτικού μου πεδίου, που φαινόταν να είχε στενέψει τόσο πολύ που είχε μετατραπεί σε μια ατέλειωτα υποφωτισμένη σήραγγα.
Το χέρι με δελέαζε με κινήσεις υπνωτιστικές.
Σαν χαμένη και με το μυαλό να με διατάζει να ακολουθήσω το χέρι μπήκα στην σήραγγα.
Αναμμένα δαδιά σιγόκαιγαν και στις δύο πλευρές της στοάς και καθώς περνούσα σιμά τους, έσκυβαν αργά προς το μέρος μου μουρμουρίζοντας:
«Συγγνώμη, νεκρός, παγίδα, ..» κι άλλες χιλιάδες λέξεις που δεν προλάβαινα να τις απορροφήσω πλήρως καθώς η μια γεννιόταν στον απόηχο της άλλης κι όλες μαζί βογγούσαν με ήχους της αποκάλυψης.
Η σήραγγα φάνταζε ατέλειωτη, άρχιζα να κουράζομαι, να φοβάμαι, όταν το χέρι σταμάτησε απότομα και έστρεψε το χάρτη προς μια δάδα.
«Θα καεί», φώναξα με μια φωνή που φάνηκε να ακούω μόνο εγώ, καθώς ήχος δεν βγήκε και οι δάδες συνέχιζαν το αέναο λεξιπλέξιμό τους.
Ο χάρτης πήρε φωτιά, μια πύρινη γλώσσα γαλάζια στην αρχή και μετά κατακόκκινη, ξεπετάχτηκε σαν φοβέρα αλλά και σαν γλυκιά υπόσχεση, έγινε ένα πανέμορφο παρανάλωμα, εκεί μπροστά στα πόδια μου κι εγώ κάθισα κάτω, κι άρχισα να κλαίω βουβά, καθώς ούτε χέρι πια έβλεπα, ούτε έξοδο, ούτε κάτι που να μπορούσα να το θεωρήσω αρκετά ζωντανό, ώστε να με βοηθήσει να βρω το δρόμο της επιστροφής.

Έπρεπε να έμεινα εκεί ώρες πολλές και μάλλον απόκαμα κι ίσως με πήρε ο γλυκός μορφέας στην κάμαρά του, να με ανακουφίσει για κάμποση ώρα, όταν μια τσιριχτή φωνούλα έκραξε μες τ’ αυτί μου : «Έλα!»
Ξύπνησα αλαφιασμένη, η στοά είχε σκοτεινιάσει εντελώς και οι δάδες είχαν υποκύψει στο μοιραίο.
Δεν σιγόκαιγαν πια τις παράδοξες λέξεις τους, μόνο δάκρυζαν, και το δάπεδο της στοάς είχε γεμίσει από γαλαζοπράσινα δάκρυα, που δημιουργούσαν λεπτόχρωμα κρύσταλλα και γλιστρούσαν σαν κόλαση.
Γλίστρησα στο πρώτο βήμα μου προσπαθώντας να υπακούσω σε κείνο το «έλα».
Νόμισα πως κατρακύλησα ώρα πολλή, και τα κρύσταλλα μ’ ακολουθούσαν,
πραγματικά κατρακυλούσαν κι αυτά μαζί μου, πλέκοντας γύρο μου έναν αστραφτερό και διάφανο ιστό.
Μ’ έριξαν μαλακά σ’ ένα πολύ μικρό δωμάτιο, όλο καμωμένο από λέπια και ουρές σαύρας.
Πράσινο, γλοιώδες και αποκρουστικά σαγηνευτικό.

Μόλις έπεσα στο δάπεδο, που φαινόταν να μετακινείται συνεχώς τα κρύσταλλα όλα ορθώθηκαν μπροστά μου και σχημάτισαν μια καλοφτιαγμένη φιγούρα ενός πουλιού.
Το κρυσταλλένιο πουλί πήρε το χρώμα του εβένου και οι ανοιγμένες φτερούγες
το χρώμα του αχάτη.
Το ράμφος είχε το χρώμα του αιματίτη.
Το πουλί μού έγνεψε.
Σκαρφάλωσα στην ράχη του.
Δεν ήταν σκληρή ούτε κρύα, μα απίστευτα θερμή και μαλακιά.
Οι ουρές σαύρας ξεκίνησαν να σαλεύουν απειλητικά, άρχισαν να τεντώνονται, να εκτοξεύονται, άγγιξαν τα γυμνά μου πόδια, τυλίχτηκαν στους αστραγάλους, ανέβηκαν ψηλότερα στα γόνατα, με τραβούσαν με δαιμονική μανία.
Τα λέπια έστησαν χορό μετακινώντας το πάτωμα και τους τοίχους που πια είχαν πάρει το σχήμα στόματος ορθάνοιχτου και βρυχώνταν ακατάληπτους ήχους.
«Κράτα με». Είπε το μαύρο πουλί!
«Σε κρατάω»! Είπα και σφίχτηκα πάνω στις εβένινες φτερούγες, που είχαν ανοίξει και ξερνούσαν μολύβι και κομμάτια γρανίτη, με τόση ταχύτητα και δύναμη, που οι ουρές άρχισαν να αιμορραγούν και να τρυπώνουν η μια κάτω απ’ την άλλη φτύνοντας απειλές και κατάρες.
Λούφαξαν οι σαύρες κι άνοιξαν χώρο τα λέπια και το μαύρο πουλί με τα εβένινα φτερά πέταξε ανάμεσά τους και εκτινάχτηκε ψηλά στον ουρανό.

Μα δεν ήταν ουρανός αυτός, ήταν ένα παράξενος βαθυγάλαζος θόλος, με χιλιάδες κεντίδια από χρώματα και αστραπές.
Στο κέντρο του θόλου μία υπέροχη σύνθεση από περίτεχνα vitraux, αναπαριστούσε μια θυσία.
Κοίταζα μαγεμένη. Δεν χωρούσε ο νους τέτοια ομορφιά, τέτοια αρμονία, τέτοια πανδαισία χρωμάτων.
Ποιά θεϊκή παλέτα είχε γεννήσει αυτή τη δημιουργία;
Ποια λατρεία είχε εμφυσήσει στον δημιουργό αυτού του αριστουργήματος
την αποθέωση της τέχνης;
Τόσο συνεπαρμένη ήμουν που είπα στο πουλί: «Θέλω να πάω κοντά, θέλω να δω!»
«Όχι, δεν μπορείς»
«Γιατί όχι;»
«Δεν θα αντέξεις, θα χαθείς…»
«Δεν πειράζει, αρκεί που θα δω»
Το πουλί δάκρυσε.
Τα δάκρυά του έγιναν μικρές ψιχάλες και με διαπέρασαν σαν σουβλερός υπέρηχος.
Ξαφνικά πονούσα και κρύωνα, έκανε παγωνιά, και κάποιες νιφάδες άρχισαν να χορεύουν τρελά γύρο μου.
«Πήγαινέ με εκεί, κι ας χαθώ».
Το πουλί άλλαξε χρώματα τότε μπροστά στα έκθαμβα μάτια μου, χιλιάδες χρώματα εκτυφλωτικά κι άρχισε να πετά με κυκλικές κινήσεις μέσα στον τεράστιο θόλο, πλησιάζοντας την οροφή και το θαυμαστό έργο, που με τρελή λαχτάρα περίμενα ν’ αντικρίσω.
Κάθε φορά όμως που πλησίαζε, έκανε μια καλοζυγισμένη χορευτική φιγούρα
και βουτούσε στο κενό!
Δεν προλάβαινα να δω κι άρχισα να βουρκώνω.
Δεν ήταν φίλος μου τελικά το πουλί, μού στερούσε αυτό που ποθούσα πιο πολύ
εκείνη τη στιγμή.
Έκλαιγα γοερά και παρακαλούσα να με αφήσει.
«Κατέβασέ με από τα φτερά σου, θα σκαρφαλώσω μόνη μου!»
Το πουλί κάγχασε δυνατά και ήταν εκείνη τη στιγμή
σαν να περιγελούσε όλη μου την υπόσταση!
«Καλά» είπε.
Άρχισε ν’ αψηλώνει σιγά-σιγά προς το θόλο.
Τα χρώματά του πάλι μεταλλάχτηκαν έγιναν σκούρα γκριζωπά.
Πετούσε με μεγάλες κινήσεις ανοίγοντας τις φτερούγες
σε όλο τους το υπνωτιστικό βεληνεκές.

Φτάσαμε κοντά στον θόλο, σχεδόν άπλωσα το χέρι και τον άγγιξα.
Μοναδικής αρμονίας χρώματα και παραστάσεις ονειρικές.
Μια θυσία.
Μια γυναίκα στο ράμφος ενός πουλιού, με σχισμένo το αραχνοΰφαντο φόρεμα,
ήταν έτοιμη να παραδοθεί στο πεπρωμένο.
Το πεπρωμένο είχε μάτια γερακιού κατάμαυρα, και μαλλιά μέδουσας,
πολυπλόκαμους όφεις.
Χέρια κατάλευκα και σώμα σαν μαβιά πηχτή θάλασσα.
Το πεπρωμένο είχε όνομα.
Κάποια δυσανάγνωστη λέξη. Προσπάθησα να τη διαβάσω. «Επιθυμία»
Έμεινα να κοιτάζω αποσβολωμένη την παράσταση της θυσίας.
Τη ρουφούσα σαν μέλι και σαν γάλα, σαν δροσερό νερό και σαν δηλητήριο.
Την κατάπινα χωρίς ανάσα.
Την κοίταζα ώρα πολλή, δεν την χόρταινα.
Το πουλί με συντρόφευε στην ατέρμονη λαχτάρα μου να δω κι άλλο,
να ρουφήξω κι άλλο την μοναδικής καλλονής παράσταση.
Πετούσε αργά, απαλά και ξαφνικά ένοιωσα πως πετούσε κουρασμένα.
Απλά κουνούσε τις φτερούγες αλλά παρέμενε στο ίδιο σημείο,
αφήνοντάς με να απολαμβάνω κι άλλο κι άλλο…
Τα χρώματα όλα είχαν σβήσει, ούτε το γκρίζο είχε απομείνει.
Είχε γίνει διάφανο το πουλί, και είχε αρχίσει να κελαδάει.
Τι γλυκιά λαλιά!
«Κουράστηκες πολύ, σ’ ευχαριστώ καλό μου πουλί. Πάμε να φύγουμε τώρα, αρκετά είδα», είπα.
Το πουλί γλυκολαλούσε για λίγη ώρα ακόμα.
Μετά σταμάτησε, σιώπησε εντελώς.
Βούτηξε κάθετα στην αίθουσα, και με άφησε απαλά στο μαρμάρινο δάπεδο.
Παντού ήταν σκορπισμένες γραφίδες, σφραγιδόλιθοι και κομματιασμένα αγάλματα.
Είπα, κουράστηκε και θέλει να ξαποστάσει πριν κινήσουμε ξανά.
Το καημένο, τόση ώρα με βαστούσε στις φτερούγες του.
Εκείνο έκανε ακόμα μια πτήση ψηλά στο θόλο. Πτήση μοναδικής ωραιότητας και γλυκολαλούσε ξανά,
Θεέ μου πόσο γλυκά λαλούσε!
Έκλεισα τα μάτια ν’ απολαύσω την ουράνια μελωδία, όταν πυκνοί και αποτρόπαιοι ήχοι από απειλητικά φτεροκοπήματα μ’ ανάγκασαν να τα ανοίξω πάλι!
Το πουλί, το δικό μου πουλί είχε ξαναπάρει όλα τα χρώματά του, είχε βαφτεί κατάμαυρο με μάτια από αχάτη που πετούσαν πύρινες σπίθες και ράμφος αιματίτη.
Θα ανέβω πάλι στα ζεστά φτερά του σκέφτηκα.
Εκείνο μ’ άρπαξε στο ράμφος του, όμως, που είχε γιγαντωθεί αλλόκοτα, και με σήκωσε ψηλά στο θόλο.
Τα κρυσταλλένια φτερά έτριξαν με δύναμη και τα γαμψά νύχια χτύπησαν με ορμή τα vitraux. Εκείνα διαλύθηκαν σε χιλιάδες πρισματικές, πολύχρωμες στάλες κι άρχισαν να πέφτουν, θλιμμένη βροχή,γδέρνοντάς μου το λαιμό και το στήθος.
Το πουλί βγήκε στο φως, μαζί κι εγώ παγιδευμένη στο ατσαλένιο ράμφος.
«Με πονάς» ψέλλισα.
Το πουλί βουβαινόταν.
«Γιατί;» πρόλαβα να πω.
«Δεν έπρεπε να δεις το πεπρωμένο σου. Τώρα είναι αργά».
Είπε το πουλί και μόνο τον απόηχο του απαίσιου κρωξίματος άκουσα, καθώς με άφηνε να γκρεμίζομαι στο κενό.

© Κάτια Α. 2006

Tuesday, June 2, 2009

Ανατέλλω

Στα ηχεία μας σήμερα:
Ο violin virtuoso 
Leonid Kogan
σε θεία κλασσικά έργα
(Beethoven and Paganini)

Πίνακας του
John William Waterhouse
(6 April 1849 — 10 February 1917)

The Mermaid (1901)
Σαθρά
τα θεμέλια
κόβονται οι κολόνες
γκρεμίζεται το οικοδόμημα
βουλιάζουν οι πέτρες
στα λιμνάζοντα νερά 
του βαλτώδους υπεδάφους

Αναρωτιέμαι
δεν αναζητώ πια

Ανατέλλω
δεν ξημερώνω άλλο

Καταδύομαι
δεν βασιλεύω στην άκρη του ορίζοντα

Χρειάστηκε μεγάλη παραμυθία
ή και συντριβή
ενίοτε και σκληρή θωπεία

Χτισμένη
στα θεμέλια
ή στον πιο ψηλό πύργο

χωρίς
αλλά συχνά
με

Ανατέλλω
και καταδύομαι
χωρίς βασιλεία πια

Το βασίλεμα σκιάζει με αίμα τα βράχια
εγώ σκιάζω τις αθώες ψυχές

 Άχυρο και καρφίτσες
και μια στάλα φορμόλης


Αφήνω τα κοράκια στο έργο τους
κι εγώ επιδίδομαι στο δικό μου

Τα όρνια πάντα επεφύλασσαν 
μια χειρουργική τομή
για τα ερπετά του βάλτου.

Ανατέλλω
καθώς τα θεμέλια συντρίβονται

Σε σκιάζω απόψε
γιαυτό κρατήσου μακριά
από το σκιάχτρο

Κάτια Α. 2009

Sunday, May 31, 2009

Το σχήμα σου

Πίνακς του
Jean-Auguste-Dominique Ingres

(born August 29, 1780, Montauban, France
died January 14, 1867, Paris)


Paolo and Francesca
1819
(Oil on canvas, 480 x 390 cm
Musιe des Beaux-Arts, Angers)

Μυστηριακοί ήχοι
αντανακλούν στη παγωμένη λίμνη
λευκά
όλα λευκά
απέριττα
γαληνεμένα

Η φωνή σου
το μόνο εργαλείο που ίπταται
σαν συγχορδία μελίρρυτων ελιγμών

Κι εγώ
που πάντα απουσιάζω από το σχήμα σου
κολυμπώ στις νότες
της διακαούς επιθυμίας σου
ρευστή σταγόνα
που διαλύεται
διαταράσσοντας τους κύκλους σου
ξανά

Κάτια Α. 2009